Ρωμαίος και Ιουλιέτα - Πράξη 5η


Οδός εις Μάντουαν


(Enter ROMEO).

(Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ).





If I may trust the flattering truth of sleep,

Εάν μπορώ να εμπιστευτώ, του ύπνου τις κολακείες


My dreams presage some joyful news at hand:

ένα όνειρο μου μήνυσε χαρούμενα μαντάτα!


My bosom's lord sits lightly in his throne;

Του στήθους μου ο βασιλιάς, θρονιάστηκε γελώντας


And all this day an unaccustom'd spirit

κι όλη τη μέρα διάθεση όχι συνηθισμένη


Lifts me above the ground with cheerful thoughts.

από τη γη με στοχασμούς φαιδρούς μ’ ανασηκώνει.


I dreamt my lady came and found me dead--

Είδα στον ύπνο πως νεκρό, η αγάπη μου με βρήκε


Strange dream, that gives a dead man leave to think!--

-τι όνειρο κι αυτό, να σκέφτονται οι πεθαμένοι-


And breathed such life with kisses in my lips,

και φύσηξε τόση ζωή, φιλώντας μου τα χείλη


That I revived, and was an emperor.

ώστε αναστήθηκα με μιας κι έγινα βασιλέας[1]!


Ah me! how sweet is love itself possess'd,

Αχ, πόση θα ‘χει απόλαυση η ζωντανή αγάπη,


When but love's shadows are so rich in joy!

αν της αγάπης η σκιά, δίνει τέτοια ευτυχία!


(Enter ROMEO’s man BALTHASAR).

(Εισέρχεται ο ΒΑΛΤΑΣΑΡ).


News from Verona!--How now, Balthasar!

Νέα απ’ τη Βερόνα μας! Έλα, έλα Βαλτάσαρ!


Dost thou not bring me letters from the friar?

Μην έχεις γράμματα για με, από τον αδελφό μας;


How doth my lady? Is my father well?

Τι κάνει η γυναίκα μου; Είναι καλά ο πατέρας;


How fares my Juliet? that I ask again;

Πώς είν’ η Ιουλιέτα μου; Αυτό ξαναρωτάω


For nothing can be ill, if she be well.

γιατί αν είναι αυτή καλά, τίποτα δεν χαλάει.





Then she is well, and nothing can be ill:

Τότε καλά είναι αυτή και τίποτα δεν τρέχει[2].


Her body sleeps in Capel's monument,

Στων Καπουλέτων κείτεται, το σώμα της, το μνήμα


And her immortal part with angels lives.

κι η αθάνατη ψυχή της ζει, ανάμεσα σε αγγέλους.


I saw her laid low in her kindred's vault,

Είδα στον οικογενειακό τάφο της να τη βάζουν


And presently took post to tell it you:

κι αμέσως εξεκίνησα να ‘ρθω να στα προλάβω.


O, pardon me for bringing these ill news,

Συγχώρα με που έφερα τέτοια κακά μαντάτα.


Since you did leave it for my office, sir.

αλλά εσύ μου ανάθεσες, αφέντη, αυτό το χρέος.





Is it even so? then I defy you, stars!

Είναι αλήθεια όλ' αυτά; Δεν σας ψηφώ αστέρια[3]!


Thou know'st my lodging: get me ink and paper,

Ξέρεις που είν’ το σπίτι μου. Φέρε χαρτί, μελάνι


And hire post-horses; I will hence to-night.

και νοίκιασέ μου άλογα. Φεύγω από δω απόψε.





I do beseech you, sir, have patience:

Σ’ εκλιπαρώ αφέντη μου, υπομονή να κάνεις.


Your looks are pale and wild, and do import

Το πρόσωπό σου είναι χλωμό και άγριο, και δείχνει


Some misadventure.

κάποια κανούρια συμφορά.





Tush, thou art deceived:

Γελιέσαι δίχως άλλο!


Leave me, and do the thing I bid thee do.

Άσε με τώρα και αυτό που σου ‘πα τρέχα κάμε.


Hast thou no letters to me from the friar?

Δεν έχεις γράμματα για με από τον αδερφό μας;





No, my good lord.

Όχι αφέντη μου καλέ.





No matter: get thee gone,

Καλά, φύγε αμέσως.


And hire those horses; I'll be with thee straight.

και νοίκιασε μου τ’ άλογα. Θα ‘ρθω και γώ σε λίγο.


Well, Juliet, I will lie with thee to-night.

Λοιπόν Ιουλιέτα μου μαζί σου απόψε θα πλαγιάσω.


Let's see for means: O mischief, thou art swift

Ας βρω τα χρειαζούμενα. Τι γρήγορα που μπαίνεις


To enter in the thoughts of desperate men!

σκέψη κακή και πονηρή στο νου τ’ απελπισμένου!


I do remember an apothecary,--

Θυμάμαι ότι συνάντησα έναν φαρμακοπώλη.


And hereabouts he dwells,--which late I noted

Εδώ τριγύρω κατοικεί, τον είδα τις προάλλες


In tatter'd weeds, with overwhelming brows,

με ξεσχισμένη ‘ντυμασιά, με φρύδια σουφρωμένα


Culling of simples; meagre were his looks,

να ξεδιαλέγει αγριόχορτα. Αδύνατος στην όψη


Sharp misery had worn him to the bones:

τον είχε ως το κόκαλο η φτώχεια φαγωμένο.


And in his needy shop a tortoise hung,

Και στ’ αδειανό του μαγαζί, κρεμόταν μια χελώνα


An alligator stuff'd, and other skins

ένας ξερός κροκόδειλος και δέρματα ακόμη


Of ill-shaped fishes; and about his shelves

ψαριών κακάσχημων πολύ. Στα ράφια του επάνω


A beggarly account of empty boxes,

διάσπαρτα εδώ κι εκεί, μικρά κουτάκια είχε,


Green earthen pots, bladders and musty seeds,

πράσιν’ αγγεία πήλινα, κοιλιές και σάπιους σπόρους,


Remnants of packthread and old cakes of roses,

κομμάτια σπάγκου και παλιά τριαντάφυλλα λιωμένα.


Were thinly scatter'd, to make up a show.

Έτσι τα είχε απλωτά στον κόσμο να τα δείχνει.


Noting this penury, to myself I said

Τη φτώχεια βλέποντας αυτή, είπα στον εαυτό μου,


'An if a man did need a poison now,

αν κάποιος χρειαζότανε να βρει φαρμάκι τώρα


Whose sale is present death in Mantua,

που η πώλησή του θάνατο στην Μάντουα σημαίνει


Here lives a caitiff wretch would sell it him.'

ο ελεεινός κακόμοιρος αυτός θα το πουλούσε.


O, this same thought did but forerun my need;

Και να που η σκέψη μου αυτή, επρόβλεψε τη χρεία,


And this same needy man must sell it me.

κι αυτός ο πάμφτωχος εδώ πρέπει να μου πουλήσει.


As I remember, this should be the house.

Καθώς θυμάμαι πρέπει αυτό το σπίτι του να είναι.


Being holiday, the beggar's shop is shut.

Είναι γιορτή κι έτσι κλειστό θα ‘ναι το φαρμακείο.


What, ho! apothecary!

Ε, σύ! Φαρμακοπώλη!





Who calls so loud?

Ποιος με φωνάζει δυνατά;





Come hither, man. I see that thou art poor:

Πλησίασέ με φίλε μου. Φτωχός φαίνεται να ‘σαι.


Hold, there is forty ducats: let me have

Πάρε! Σαράντα είν’ εδώ δουκάτα. Δωσ’ μου αν θέλεις


A dram of poison, such soon-speeding gear

ένα δραμάκι φάρμακο, με δράση ακαριαία


As will disperse itself through all the veins

που να ξεχύνεται με μιας σ’ όλες τις φλέβες μέσα


That the life-weary taker may fall dead

κι όποιος βαρέθηκε να ζεί, παίρνοντας να πεθάνει.


And that the trunk may be discharged of breath

Να είναι τέτοιο, ώστε η πνοή, να φεύγει από το σώμα


As violently as hasty powder fired

ως το μπαρούτι ανάβοντας γρήγορα και με βία


Doth hurry from the fatal cannon's womb.

φεύγει από του κανονιού τα σπλάχνα τα μοιραία.





Such mortal drugs I have; but Mantua's law

Έχω φαρμάκια τέτοια εγώ, μα μες τη Μάντουα ο νόμος


Is death to any he that utters them.

θάνατος είναι για όποιονε τολμά να τα προσφέρει.





Art thou so bare and full of wretchedness,

Τόσο γυμνός που είσαι και ζείς εξαθλιωμένα


And fear'st to die? famine is in thy cheeks,

το θάνατο φοβάσαι; Η πείνα είναι στο πρόσωπο,


Need and oppression starveth in thine eyes,

στα λιμασμένα μάτια σου η στέρηση κι φτώχεια


Contempt and beggary hangs upon thy back;

στην ράχη σου η ζητανιά κι' ο εξευτελισμός σου•


The world is not thy friend nor the world's law;

ο κόσμος δεν είν’ φίλος σου, ούτε του κόσμου ο νόμος!


The world affords no law to make thee rich;

Νόμο να γίνεις πλούσιος ο κόσμος δεν τον έχει.


Then be not poor, but break it, and take this.

Μην μένεις το λοιπόν φτωχός. Σπάσ’ τον και πάρε τούτα.





My poverty, but not my will, consents.

Η φτώχεια, κι όχι η θέληση σε τούτο συναινούνε.





I pay thy poverty, and not thy will.

Τη φτώχεια σου πληρώνω εγώ κι όχι τη θέλησή σου.





Put this in any liquid thing you will,

Βάλε αυτό σ’ όποιο υγρό είναι η βούλησή σου.


And drink it off; and, if you had the strength

Πιες το μεμιάς. Ακόμα και την δύναμη αν είχες


Of twenty men, it would dispatch you straight.

είκοσι ανδρών, θα σου 'παιρνε τη δύναμη αμέσως.





There is thy gold, worse poison to men's souls,

Πάρ’ το χρυσάφι που 'ν' πολύ χειρότερο φαρμάκι


Doing more murders in this loathsome world,

σκοτώνοντας περ’σότερους σ’ αυτόν τον άθλιο κόσμο,


Than these poor compounds that thou mayst not sell.

απ’ τα φτωχά συστατικά που να πουλάς δεν πρέπει.


I sell thee poison; thou hast sold me none.

Φαρμάκι σου πουλώ εγώ, κι όχι εσύ σε μένα.


Farewell: buy food, and get thyself in flesh.

Αντίο, αγόρασε φαΐ και βάλε λίγη σάρκα.


Come, cordial and not poison, go with me

Φαρμάκι που ‘σαι φάρμακο, έλα στο χέρι πάνω[4]


To Juliet's grave; for there must I use thee.

Στο τάφο της Ιουλιέτας μου τη χρήση σου θα κάνω.


Το κελί του πάτερ Λαυρεντίου





Holy Franciscan friar! brother, ho!

Άγιε Φραγκισκανέ αδερφέ! Καλόγερε, πού είσαι;





This same should be the voice of Friar John.

Αυτή θα είναι η φωνή του αδελφού Ιωάννη.


Welcome from Mantua: what says Romeo?

Καλώς τον απ’ τη Μάντουα. Τι λέει ο Ρωμαίος;


Or, if his mind be writ, give me his letter.

Ή αν έγραψε ότ’ ήθελε, δώσ’ μου τα γράμματά του.





Going to find a bare-foot brother out

Έναν ξυπόλητο έψαχνα, καλόγερο πριν φύγω


One of our order, to associate me,

του τάγματός μας αδερφό, για να με συνοδέψει,


Here in this city visiting the sick,

που ήταν στην πόλη μας εδώ και φρόντιζε αρρώστους.


And finding him, the searchers of the town,

Τον βρήκα κι ετοιμάστηκα, μα οι φρουροί της πόλης


Suspecting that we both were in a house

φοβούμενοι πως και οι δυο ήμασταν σ’ ένα σπίτι


Where the infectious pestilence did reign,

που νόμισαν ότι κακιά πανούκλα είχε πέσει


Seal'd up the doors, and would not let us forth;

τις θύρες εμαντάλωσαν, δεν άφηναν να βγούμε


So that my speed to Mantua there was stay'd.

κι έτσι μου εμποδίστηκε στη Μάντουα το ταξίδι.





Who bare my letter, then, to Romeo?

Μα τότε ποιος μετέφερε το γράμμα στο Ρωμαίο;





I could not send it,--here it is again,--

Δεν ήταν τρόπος να σταλεί, να ‘το, εδώ είναι πάλι,


Nor get a messenger to bring it thee,

ούτε μπορούσα άνθρωπο να βρω για να στο στείλω.


So fearful were they of infection.

Τόσο πολύ φοβήθηκαν για κάποια επιδημία.





Unhappy fortune! by my brotherhood,

Ω, δυστυχία! Ορκίζομαι στην αδερφότητά μου,


The letter was not nice but full of charge

δεν ήταν ένα γράμμα απλό, ήταν γεμάτο ευθύνη


Of dear import, and the neglecting it

μεγάλης σπουδαιότητας κι η παραμέλησή της


May do much danger. Friar John, go hence;

μοιραία ίσως αποβεί. Τρέχ’ αδελφέ Ιωάννη


Get me an iron crow, and bring it straight

και βρες μου σιδερολοστό. Φέρ’ τονε κατευθείαν


Unto my cell.

μες το δικό μου το κελί.





Brother, I'll go and bring it thee.

Τρέχω να βρω κι έρχομαι ευθύς, στον φέρνω αδελφέ μου.





Now must I to the monument alone;

Τώρα θα πρέπει γρήγορα μόνος να πάω στο μνήμα.


Within three hours will fair Juliet wake:

Σε τρεις ώρες η όμορφη Ιουλιέτα θα ξυπνήσει.


She will beshrew me much that Romeo

Θα καταριέται σίγουρα εμένα που ο Ρωμαίος


Hath had no notice of these accidents;

δεν πήρε ακόμα είδηση για τα παθήματά της.


But I will write again to Mantua,

Θα γράψω πάλι όμως ξανά στην Μάντουα ένα γράμμα


And keep her at my cell till Romeo come;

και μέχρις ότου αυτός να 'ρθει, την κρύβω στο κελί μου.


Poor living corse, closed in a dead man's tomb!

Δύστυχο πτώμα ζωντανό, με τους νεκρούς θαμμένο!





Κοιμητήριον• εν αυτώ το οικογενειακόν των Καπουλέτων μνημείον


Enter PARIS and his PAGE

Εισέρχεται ο ΠΑΡΗΣ και ο ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ ΤΟΥ





Give me thy torch, boy: hence, and stand aloof:

Δωσ’ μου παιδί μου το δαυλό και μείνε δω κρυμμένος.


Yet put it out, for I would not be seen.

Ή σβήστονε καλύτερα, δεν θέλω να με δούνε.


Under yond yew-trees lay thee all along,

Εσύ τράβα και ξάπλωσε στους ίταμους κει πέρα[5]


Holding thine ear close to the hollow ground;

κρατώντας το αυτί κοντά στην γη που είναι κούφια.


So shall no foot upon the churchyard tread,

Κι έτσι κανένα πόδι που πατάει στο κοιμητήριο


Being loose, unfirm, with digging up of graves,

που ’ν’ χαλαρό και μαλακό, απ’ το σκάψιμο των τάφων


But thou shalt hear it: whistle then to me,

μη σου ξεφύγει. Σφύριξε τότε με μιας για μένα


As signal that thou hear'st something approach.

σαν σήμα ότι άκουσες κάποιον να πλησιάζει.


Give me those flowers. Do as I bid thee, go.

Δώσ’ τα λουλούδια. Πήγαινε και κάνε αυτό που σου ‘πα.





(aside) I am almost afraid to stand alone

Σχεδόν φοβάμαι μοναχός να μείνω εδώ πέρα


Here in the churchyard. Yet I will adventure.

μέσα στο κοιμητήριο. Αλλά παίρνω το ρίσκο.





Sweet flower, with flowers thy bridal bed I strew,-

Σκορπίζω άνθη, άνθος μου, στη νυφική σου κλίνη.


O woe! thy canopy is dust and stones;--

Ωιμέ! Πέτρες και χώματα το φόρεμά της έχει!


Which with sweet water nightly I will dew,

Κάθε βραδιά, το χέρι αυτό ροδόνερο θα χύνει,


Or, wanting that, with tears distill'd by moans:

κι αν μου σωθεί, το δάκρυ που απ’ τη θλίψη μου θα τρέχει.


The obsequies that I for thee will keep

Το μοιρολόι μου αυτό συνέχεια θα στο λέω


Nightly shall be to strew thy grave and weep.

κάθε νυχτιά θα έρχομαι, θα ραίνω και θα κλαίω.


PAGE whistles



The boy gives warning something doth approach.

Ο υπηρέτης μου σφυρά πως κάποιος πλησιάζει.


What cursed foot wanders this way to-night,

Ποιο πόδι τρισκατάρατο, έρχεται εδώ απόψε


To cross my obsequies and true love's rite?

χαλώντας της αγάπης μου, κηδεία και μοιρολόι;


What with a torch! muffle me, night, awhile.

Κρατάει δαυλό! Κουκούλωσε νύχτα για λίγο εμένα.





Give me that mattock and the wrenching iron.

Δώσε μου τον κασμά κι αυτό το σιδερολοστάρι.


Hold, take this letter; early in the morning

Ορίστε, πάρε και αυτό το γράμμα. Μόλις φέξει


See thou deliver it to my lord and father.

φρόντισε να παραδοθεί στον κύρη και πατέρα.


Give me the light: upon thy life, I charge thee,

Δωσ' μου το φως. Και στη ζωή σου, τώρα διατάζω


Whate'er thou hear'st or seest, stand all aloof,

ό,τι κι αν δεις ή αφουγκραστείς εδώ, μείνε κρυμμένος.


And do not interrupt me in my course.

Να μη διακόψεις τίποτα απ’ όσα έχω να κάμω.


Why I descend into this bed of death,

Ο λόγος που θα κατεβώ στην κλίνη του θανάτου


Is partly to behold my lady's face;

είναι πως θέλω για να δω ξανά το πρόσωπό της,


But chiefly to take thence from her dead finger

αλλά το σπουδαιότερο, απ’ το δάχτυλο να βγάλω


A precious ring, a ring that I must use

το δαχτυλίδι το ακριβό, αυτό που πρέπει να ‘χω


In dear employment: therefore hence, be gone:

για έναν λόγο σοβαρό. Για τούτο φύγε τώρα.


But if thou, jealous, dost return to pry

Μ’ αν έχεις περιέργεια και με παραμονέψεις


In what I further shall intend to do,

σ’ αυτό που θέλω ύστερα να κάμω εδώ πέρα,


By heaven, I will tear thee joint by joint

μα τον Θεό, σε ξέσχισα κομμάτι το κομμάτι


And strew this hungry churchyard with thy limbs:

και θα σκορπώ τα μέλη σου στους πεινασμένους τάφους.


The time and my intents are savage-wild,

Η ώρα κι οι προθέσεις μου είναι αγριεμένες


More fierce and more inexorable far

ακόμα πιο ανένδοτες και πιο εξαγριωμένες


Than empty tigers or the roaring sea.

απ’ οργισμένη θάλασσα ή τίγρη πεινασμένη.





I will be gone, sir, and not trouble you.

Φεύγω αμέσως κύριε και δεν θα σ’ ενοχλήσω.





So shalt thou show me friendship. Take thou that:

Έτσι και τη φιλία σου θα δείξεις. Πάρε τούτα,


Live, and be prosperous: and farewell, good fellow.

Ζήσε και να ‘σαι ευτυχής. Αντίο καλέ μου φίλε.





(aside) For all this same, I’ll hide me hereabout.

Μα για καλό και για κακό, ‘γω θα κρυφτώ τριγύρω.


His looks I fear, and his intents I doubt.

Φοβήθηκα το μάτι του, τι σκέφτεται δεν ξέρω.





Thou detestable maw, thou womb of death,

Ω στόμα αποτροπιαστικό, μήτρα θανατηφόρα[6],


Gorged with the dearest morsel of the earth,

που έφαγες το ακριβότερο κορμί της γης ετούτης,


Thus I enforce thy rotten jaws to open,

Έτσι εγώ τα σάπια σου σαγόνια θα τ’ ανοίξω


And, in despite, I'll cram thee with more food!

και θα στουμπώσω, βίαια κι άλλη τροφή ακόμα.





This is that banish'd haughty Montague,

Μα είν’ ο υπεροπτικός, εξόριστος Μοντέγης,


That murder'd my love's cousin, with which grief,

που της αγάπης μου έσφαξε τον ξάδελφο. Κι ο πόνος,


It is supposed, the fair creature died;

όπως πιστεύουν, έσπρωξε την όμορφη στον τάφο.


And here is come to do some villanous shame

Να τος που ήρθε πάλι εδώ, ο άθλιος να προσβάλει


To the dead bodies: I will apprehend him.

τα σώματά τους τα νεκρά. Λοιπόν, θα τον συλλάβω.


Stop thy unhallow'd toil, vile Montague!

Σταμάτησε το ανόσιο, έργο κακέ Μοντέγη!


Can vengeance be pursued further than death?

Μπορεί τάχα η εκδίκηση να πάει πέρ’ απ’ τον τάφο;


Condemned villain, I do apprehend thee:

Τρισάθλιε κατάδικε, εγώ σε συλλαμβάνω.


Obey, and go with me; for thou must die.

Υπάκουσε κι έλα μαζί. Αλλιώς θε να πεθάνεις.





I must indeed; and therefore came I hither.

Αυτό είναι το σίγουρο. Γι’ αυτό ήρθα δω πέρα.


Good gentle youth, tempt not a desperate man;

Νεαρέ μου, να μη μπλέκεσαι μ’ άνθρωπο απελπισμένο[7].


Fly hence, and leave me: think upon these gone;

Φύγε από δω και άσε με. Σκέψου αυτούς που φύγαν.


Let them affright thee. I beseech thee, youth,

Φοβήσου την οργή τους και παρακαλώ νεαρέ μου,


Put not another sin upon my head,

μη βάλεις κι άλλο αμάρτημα πάνω στην κεφαλή μου


By urging me to fury: O, be gone!

και μη με σπρώχνεις στην οργή. Φύγε σου λέω φύγε!


By heaven, I love thee better than myself;

Καλύτερα σε αγαπώ, μα τον Θεό, από μένα.


For I come hither arm'd against myself:

Γιατί ήρθα ένοπλος εδώ ενάντια σε μένα.


Stay not, be gone; live, and hereafter say,

Μη στέκεις. Φύγε γρήγορα, ζήσε να λες μια μέρα


A madman's mercy bade thee run away.

η ευσπλαχνία ενός τρελού, σ' έδιωξε από δω πέρα.





I do defy thy conjurations,

Τους ξορκισμούς σου αψηφώ


And apprehend thee for a felon here.

και συλλαμβάνεσαι εδώ, ως να ‘σαι εγκληματίας.





Wilt thou provoke me? then have at thee, boy!

Ώστε λοιπόν με προκαλείς; Άρπα τη, νεαρέ μου!





O Lord, they fight! I will go call the watch.

Θεέ μου, αυτοί μονομαχούν! Πάω τη φρουρά να φέρω.





O, I am slain!

Με σκότωσες!


If thou be merciful,

Σπλαχνίσου με,


Open the tomb, lay me with Juliet.

Άνοιξ’ τον τάφο, βάλε με δίπλα στην Ιουλιέτα.





In faith, I will. Let me peruse this face.

Στην πίστη μου το υπόσχομαι. Ας δω το πρόσωπό του.


Mercutio's kinsman, noble County Paris!

Του Μερκουτίου ο συγγενής, ο ευγενικός ο Πάρης!


What said my man, when my betossed soul

Τι ήταν που ο υπηρέτης μου, είπε καθώς ο νους μου


Did not attend him as we rode? I think

δεν πρόσεχε ως ερχόμασταν καβάλα; Μα νομίζω


He told me Paris should have married Juliet:

την Ιουλιέτα ήθελε να παντρευτεί ο Πάρης.


Said he not so? or did I dream it so?

Αυτό δεν είπε; Ή στ’ όνειρο μου φάνηκε πως το ‘δα;


Or am I mad, hearing him talk of Juliet,

Ή μήπως ετρελάθηκα που τ’ όνομά της είπε


To think it was so? O, give me thy hand,

και νόμισα πως είπε αυτό; Ω, δώσ’ μου το χέρι τώρα


One writ with me in sour misfortune's book!

συ που μαζί μου γράφτηκες στης συμφοράς τη βίβλο.


I'll bury thee in a triumphant grave;

Σε τάφο θριαμβευτικό πρόκειται να σε θάψω.


A grave? O no! a lantern, slaughter'd youth,

Όχι σε τάφο! Μα σε τρούλο, νέε πικροχαμένε!


For here lies Juliet, and her beauty makes

Η Ιουλιέτα μου είν’ εδώ, και κάνει η ομορφιά της


This vault a feasting presence full of light.

τον τάφο αυτό μια γιορτινή σάλα με φως γεμάτη.


Death, lie thou there, by a dead man interr'd.

Έλα νεκρέ, ξάπλωσ’ εδώ… Ένας νεκρός σε θάβει.


How oft when men are at the point of death

Πολύ συχνά, οι άνθρωποι λίγο προτού πεθάνουν


Have they been merry! which their keepers call

νιώθουν μιαν αγαλλίαση! Τη λένε οι δικοί τους


A lightning before death: O, how may I

«προ του θανάτου αλάφρωμα». Ω πώς ν’ αποκαλέσω


Call this a lightning? O my love! my wife!

«αλάφρωμα» αυτό εδώ!; Γυναίκα μου! Έρωτά μου!


Death, that hath suck'd the honey of thy breath,

Ο θάνατος που ρούφηξε το μέλι απ’ την πνοή σου,


Hath had no power yet upon thy beauty:

δεν έχει ακόμα[8] δύναμη πάνω στην ομορφιά σου.


Thou art not conquer'd; beauty's ensign yet

Δεν σε κατέκτησε. Της ομορφιάς είν’ η σημαία


Is crimson in thy lips and in thy cheeks,

ακόμη ροδοκόκκινη σε μάγουλα και χείλη


And death's pale flag is not advanced there.

και το χλωμό το λάβαρο του Χάρου δεν υψώθη.


Tybalt, liest thou there in thy bloody sheet?

Τυβάλτη, είσαι εσύ αυτός μ’ αίματα στο σεντόνι;


O, what more favour can I do to thee,

Ω, τι χάρη μεγαλύτερη ήθελες να σου κάνω


Than with that hand that cut thy youth in twain

από το χέρι τουτο εδώ, που σου ‘κοψε τη νιοτη


To sunder his that was thine enemy?

να ξεριζώσω απ’ αυτόν που ήταν ο εχθρός σου;


Forgive me, cousin! Ah, dear Juliet,

Συγχώρεσε με ξάδελφε! Γλυκιά μου Ιουλιέτα


Why art thou yet so fair? shall I believe

πώς είσαι τόσο όμορφη; Μην πρέπει να πιστέψω


That unsubstantial death is amorous,

ότι ο άυλος θάνατος είναι ερωτευμένος;


And that the lean abhorred monster keeps

Μήπως το αποτρόπαιο το άσαρκο το τέρας


Thee here in dark to be his paramour?

εδώ στο σκότος σε κρατεί, να σ’ έχει ερωμένη;


For fear of that, I still will stay with thee;

Από τον φόβο μου γι’ αυτό, μαζί σου θ’ απομείνω!


And never from this palace of dim night

Δεν πρόκειται ποτέ απ’ αυτό το σκοτεινό παλάτι


Depart again: here, here will I remain

να φύγω, μα εδώ, εδώ συνέχεια θα μένω


With worms that are thy chamber-maids; O, here

με τα σκουλήκια που έχεις για θαλαμηπόλους. ‘Δω πά’


Will I set up my everlasting rest,

θα φτιάξω την αιώνια για εμέ ανάπαυσή μου


And shake the yoke of inauspicious stars

και θα τινάξω τον ζυγό του άτυχου αστεριού μου


From this world-wearied flesh. Eyes, look your last!

‘πο σώμα που βαρέθηκε. Μάτια στερνά κοιτάξτε!


Arms, take your last embrace! and, lips, O you

Χέρια μου μια στερνή αγκαλιά! Και χείλη, ω, εσείς χείλη,


The doors of breath, seal with a righteous kiss

πόρτες πνοής, μ’ ένα σεμνό φιλί εδώ σφραγίστε


A dateless bargain to engrossing death!

ένα συμβόλαιο άχρονο με τον ωραίο Χάρο!


Come, bitter conduct, come, unsavoury guide!

Έλα πικρέ μου ξεναγέ, έλ’ άγευστε οδηγέ μου!


Thou desperate pilot, now at once run on

Απελπισμένε ναυτικέ, τώρα αμέσως τρέξε


The dashing rocks thy sea-sick weary bark!

στους βράχους ρίξ’ το μπάρκο σου το θαλασσοδαρμένο!


Here's to my love!

Το πίνω στην αγάπη μου!


O true apothecary!

Πιστέ φαρμακοπώλη!


Thy drugs are quick. Thus with a kiss I die.

Το φάρμακό σου γρήγορο! Μ’ ένα φιλί πεθαίνω.





Saint Francis be my speed! how oft to-night

Άγιε Φραγκίσκο, βόηθα με! Πόσο συχνά απόψε


Have my old feet stumbled at graves! Who's there?

τα πόδια μου σκοντάψανε σε τάφους! Τι ‘ναι τούτο;





Here's one, a friend, and one that knows you well.

Είν' ένας φίλος σου εδώ, κι ένας που σε γνωρίζει.





Bliss be upon you! Tell me, good my friend,

Η ευλογία του Θεού! Πες μου καλέ μου φίλε,


What torch is yond, that vainly lends his light

Κει πέρα καίει ένα δαυλός και μάταια φωτίζει


To grubs and eyeless skulls? as I discern,

σκουλήκια και αόμματα κρανία. Αν δε σφάλλω


It burneth in the Capel's monument.

καίει στον οικογενειακό τάφο των Καπουλέτων.





It doth so, holy sir; and there's my master,

Ναι σεβαστέ μου γέροντα, κι εκεί ‘ναι ο αφέντης


One that you love.

που τόσο εσύ τον αγαπάς.





Who is it?

Ποιος είναι;






Ο Ρωμαίος.





How long hath he been there?

Και πόση ώρα έχει εκεί;





Full half an hour.

Μισή ώρα γεμάτη





Go with me to the vault.

Στον τάφο ακολούθα με.





I dare not, sir

Δεν θα τολμήσω κύριε.


My master knows not but I am gone hence;

Δεν ξέρει ο αφέντης μου πως είμαι εδώ ακόμη


And fearfully did menace me with death,

και τρομερά με απείλησε με θάνατο ως ποινή μου


If I did stay to look on his intents.

αν έμενα και έβλεπα αυτό που ‘χε να κάμει





Stay, then; I'll go alone. Fear comes upon me:

Μείνε λοιπόν. Πάω μόνος μου. Φόβος με πιάνει όμως.


O, much I fear some ill unlucky thing.

Τρέμω κάτι μην έγινε κακότυχο και μαύρο.





As I did sleep under this yew-tree here,

Καθώς κοιμόμουνα σ’ αυτόν τον ίταμο από κάτω


I dreamt my master and another fought,

να πολεμά, σαν σε όνειρο, τον κύριό μου είδα


And that my master slew him.

με κάποιον άλλον. Κι έσφαξε ο αφέντης μου εκείνον.








Alack, alack, what blood is this, which stains

Αλίμονο και τι ‘ναι αυτό το αίμα που λερώνει


The stony entrance of this sepulchre?

τη μαρμαρένια είσοδο αυτής εδώ της κρύπτης;


What mean these masterless and gory swords

Και τι σημαίνουν τα σπαθιά, χωρίς αφέντη, μ’ αίμα


To lie discolour'd by this place of peace?

που κείτονται έτσι άχρωμα στον τόπο της ειρήνης;


Romeo! O, pale! Who else? what, Paris too?

Ρωμαίε; Τι χλωμός! Ποιος άλλος; Και ο Πάρης;


And steep'd in blood? Ah, what an unkind hour

και βουτηγμένος σ’ αίματα; Ποια ώρα οργισμένη


Is guilty of this lamentable chance!

ευθύνεται για την μεταλλαγή, την τρισκαταραμένη;


The lady stirs.

Ω, η κοπέλα σάλεψε.





O comfortable friar! where is my lord?

Ω, πάτερ μου παρήγορε! Που είν’ ο σύζυγός μου;


I do remember well where I should be,

Θυμούμαι και πολύ καλά πού έπρεπε να είμαι


And there I am. Where is my Romeo?

και να που βρίσκομαι εδώ. Πού είναι ο Ρωμαίος;





I hear some noise. Lady, come from that nest

Ακούω κρότο. Κόρη, βγες απ’ τη φωλιά ετούτη


Of death, contagion, and unnatural sleep:

του χάρου και της μόλυνσης και του αφύσικου ύπνου.


A greater power than we can contradict

Μια πιο μεγάλη δύναμη, ανίκητη απ’ τους δύο


Hath thwarted our intents. Come, come away.

τα σχέδιά μας άλλαξε. Έλα, έλα να πάμε.


Thy husband in thy bosom there lies dead;

Ο σύζυγός σου της καρδιάς, είναι νεκρός κει πέρα


And Paris too. Come, I'll dispose of thee

Το ίδιο και ο Πάρης. Μπρος, θα σε τοποθετήσω


Among a sisterhood of holy nuns:

σε μία αδελφότητα με άγιες καλόγριες.


Stay not to question, for the watch is coming;

Μη στέκεσαι και μη ρωτάς, γιατί η φρουρά εφάνη.


Come, go, good Juliet,

Έλα Ιουλιέτα φεύγουμε.


I dare no longer stay.

Εγώ δε μένω άλλο.





Go, get thee hence, for I will not away.

Πήγαινε, φύγε από εδώ. Εγώ πάντως δε φεύγω.


What's here? a cup, closed in my true love's hand?

Τι μπουκαλάκι είν’ αυτό, στο χέρι του αντρός μου;


Poison, I see, hath been his timeless end:

Φαρμάκι βλέπω έγινε το αιώνιό του τέλος.


O churl! drunk all, and left no friendly drop

Ανάγωγε, το ήπιες και για με, στάλα δε μένει


To help me after? I will kiss thy lips;

να με βοηθήσει ύστερα; Τα χείλη σου φιλάω.


Haply some poison yet doth hang on them,

Ίσως φαρμάκι λιγοστό να ‘μεινε εκεί πάνω


To make die with a restorative.

που θα ‘ναι όμως βάλσαμο που θα με θανατώσει[9].


Thy lips are warm.

Τα χείλη σου είναι ζεστά.





Lead, boy. Which way?

Οδήγα μας, πού είναι;





Yea, noise? then I'll be brief. O happy dagger!

Ακούω ήχους. Γρήγορα. Ω τυχερό μαχαίρι![10]


This is thy sheath;

Εδώ ‘ναι το θηκάρι σου.


there rust, and let me die.

Σκούριασε μέσα εδώ λοιπόν κι άσε με να πεθάνω.





This is the place; there, where the torch doth burn.

Εδώ ειν’ το μέρος. Πέρα εκεί όπου οι δαυλοί φωτίζουν.





The ground is bloody; search about the churchyard:

Το χώμα έχει αίματα. Ψάξτε το κοιμητήριο.


Go, some of you, whoe'er you find attach.

Κάποιοι από σας πηγαίνετε, συλλάβετε όποιον βρείτε.


Pitiful sight! here lies the county slain,

Τι θέαμα ελεεινό! Νεκρός είναι ο κόμης,


And Juliet bleeding, warm, and newly dead,

η Ιουλιέτα αιμορραγεί, ζεστή, νεκρή προσφάτως


Who here hath lain these two days buried.

ενώ προ δύο ημερών εδώ την είχαν θάψει.


Go, tell the prince: run to the Capulets:

Εσύ τρέξε στον Πρίγκιπα. Εσύ στους Καπουλέτους


Raise up the Montagues: some others search:

Συ ξύπνα τους Μοντέγηδες. Οι άλλοι ψάξτε γύρω.


We see the ground whereon these woes do lie;

Εδώ είναι το έδαφος που οι θλιβεροί έχουν πέσει


But the true ground of all these piteous woes

Όμως ποιο ειν’ το αληθινό το έδαφος θλίψης[11]


We cannot without circumstance descry.

θα βρούμε αν εντοπίσουμε όλες τις περιστάσεις.





Here's Romeo's man; we found him in the churchyard.

Να του Ρωμαίου ο άνθρωπος. Ήταν στο κοιμητήριο.





Hold him in safety, till the prince come hither.

Κρατήστε τον μ’ ασφάλεια μέχρι να έρθει ο Πρίγκηψ.





Here is a friar, that trembles, sighs and weeps:

Ένας καλόγερος που τρέμει, κλαίει κι αναστενάζει


We took this mattock and this spade from him,

Του πήραμε το φτυάρι αυτό και την αξίνα ετούτη


As he was coming from this churchyard side.

καθώς απομακρύνονταν από το κοιμητήριο.





A great suspicion: stay the friar too.

Ύποπτος είναι. Τον παπά κρατήστε τον επίσης.





What misadventure is so early up,

Άραγε ποια είναι η συμφορά που έτσι νωρίς συνέβη


That calls our person from our morning's rest?

και μας ζητά ν' αφήσουμε τον πρωινό μας ύπνο;





What should it be, that they so shriek abroad?

Τι τρέχει και φωνάζουνε τόσο πολύ απ’ έξω;





The people in the street cry Romeo,

Οι άνθρωποι ξεχύθηκαν φωνάζοντας Ρωμαίο.


Some Juliet, and some Paris; and all run,

Άλλοι Ιουλιέτα κι άλλοι Πάρη κράζουν. Τρέχουν όλοι


With open outcry toward our monument.

με ανοιχτή κατακραυγή προς τον δικό μας τάφο.





What fear is this which startles in our ears?

Τι είναι αυτό το φοβερό που έφτασε στ’ αυτιά μας;





Sovereign, here lies the County Paris slain;

Βρίσκετ’ εδώ, εξοχώτατε, νεκρός ο κόμης Πάρης.


And Romeo dead; and Juliet, dead before,

Και ο Ρωμαίος νεκρός, κι η Ιουλιέτα, η ήδη πεθαμένη


Warm and new kill'd.

ζεστή και όπως φαίνεται, πάλι νεοσκοτωμένη.





Search, seek, and know how this foul murder comes.

Ψάξτε, ερευνήστε, μάθετε οι φόνοι πώς εγίναν.





Here is a friar, and slaughter'd Romeo's man;

Υπάρχει εδώ ένας παπάς κι ο άντρας του Ρωμαίου.


With instruments upon them, fit to open

Στα χέρια είχαν όργανα, κατάλληλα ν’ ανοίξουν


These dead men's tombs.

τους τάφους τούτων των νεκρών.





O heavens! O wife, look how our daughter bleeds!

Θεέ μου! Δες γυναίκα, της κόρης μας το αίμα ρέει.


This dagger hath mista'en--for, lo, his house

Και το μαχαίρι λάθεψε. Κοίτα, η σωστή του θέση


Is empty on the back of Montague,--

άδεια στην πλάτη βρίσκεται ετούτου του Μοντέγη[12].


And it mis-sheathed in my daughter's bosom!

Και λάθος θηκαρώθηκε στης κόρης μου το στήθος!





O me! this sight of death is as a bell,

Ωιμέ! Η θέα του θανατικού είναι σαν μια καμπάνα


That warns my old age to a sepulchre.

που τα πικρά μου γηρατειά τα οδηγεί στον τάφο.





Come, Montague; for thou art early up,

Έλα Μοντέγη που νωρίς σ’ έχουνε ξυπνημένο


To see thy son and heir more early down.

εδώ να δεις νωρίτερα[13] το γιο σου κοιμισμένο.





Alas, my liege, my wife is dead to-night;

Άρχοντα η γυναίκα μου απόψε έχει πεθάνει.


Grief of my son's exile hath stopp'd her breath:

Η λύπη του εξόριστου γιου, πήρε την πνοή της.


What further woe conspires against mine age?

Ποια τάχα νέα συμφορά, πέφτει στα γηρατειά μου;





Look, and thou shalt see.

Κοίταξε γύρω και θα δεις.





O thou untaught! what manners is in this?

Παλιόπαιδο τι έκανες; Που είναι η ανατροφή σου;


To press before thy father to a grave?

Πιο πριν απ’ τον πατέρα σου, στον τάφο κατεβαίνεις;





Seal up the mouth of outrage for a while,

Σφραγίστε όλοι το στόμα σας και τις φωνές για λίγο.


Till we can clear these ambiguities,

Μέχρι να καθαρίσουμε την κάθε μια ασάφεια.


And know their spring, their head, their

Να μάθουμε ποια η πηγή, ποια είν’ η κεφαλή τους


true descent;

και από πού προέρχονται.


And then will I be general of your woes,

Κι ύστερα γίνομαι αρχηγός εγώ πρώτος στους θρήνους


And lead you even to death: meantime forbear,

ή ακόμα και στο θάνατο σας οδηγώ. Ως τότε


And let mischance be slave to patience.

αφήστε της υπομονής σκλάβα να είν’ η λύπη.


Bring forth the parties of suspicion.

Να παρουσιαστούν εδώ, οι ύποπτοι, εμπρός μου.





I am the greatest, able to do least,

Εγώ είμαι ο μεγαλύτερος, που έκανα τα πιο λίγα.


Yet most suspected, as the time and place

Αν κι είμαι ο πλέον ύποπτος, που ο χρόνος και ο τόπος


Doth make against me of this direful murder;

ενάντιά μου στρέφονται στο φονικό ετούτο.


And here I stand, both to impeach and purge

Στέκομ’ εδώ υπεράσπιση μαζί κι εισαγγελέας


Myself condemned and myself excused.

να με δικάσω και ξανά πάλι να με αθωώσω.





Then say at once what thou dost know in this.

Λέγε μου τότε παρευθύς, τι ξέρεις για όλα τούτα.





I will be brief, for my short date of breath

Σύντομος θα ‘μαι, έτσι κι αλλιώς είν’ η ζωή μου λίγη


Is not so long as is a tedious tale.

και δεν μου φτάνει για να πω μακρόσυρτ’ ιστορία.


Romeo, there dead, was husband to that Juliet;

Υπήρξε ο Ρωμαίος αυτός, άντρας της Ιουλιέτας,


And she, there dead, that Romeo's faithful wife:

κι αυτή, η νεκρή εκεί, πιστή γυναίκα του ήταν.


I married them; and their stol'n marriage-day

Εγώ τους πάντρεψα κρυφά, κείνη ακριβώς τη μέρα


Was Tybalt's dooms-day, whose untimely death

που χάθηκε ο Τυβάλτης μας. Ο άκαιρος χαμός του


Banish'd the new-made bridegroom from the city,

εξόρισε το νιόγαμπρο από αυτήν την πόλη.


For whom, and not for Tybalt, Juliet pined.

Αυτόν θρηνούσε κι όχι τον Τυβάλτη η Ιουλιέτα.


You, to remove that siege of grief from her,

Εσύ, τη θλίψη θέλοντας να της την ξεριζώσεις


Betroth'd and would have married her perforce

την έταξες και σκόπευες με βία να τη δώσεις


To County Paris: then comes she to me,

στον κόμη Πάρη. Έρχεται τότε αυτή σε μένα


And, with wild looks, bid me devise some mean

και μ’ όψη άγρια πολύ, μου λέει να κάνω κάτι


To rid her from this second marriage,

ν’ απαλλαγεί απ’ τον δεύτερο γάμο που ‘χε να κάμει,


Or in my cell there would she kill herself.

αλλιώς πως μέσα στο κελί θέλει ν’ αυτοκτονήσει.


Then gave I her, so tutor'd by my art,

Της έδωσα κι εγώ λοιπόν, που ξέρω αυτή την τέχνη,


A sleeping potion; which so took effect

ένα ποτό υπνωτικό. Είχε ακριβώς τη δράση


As I intended, for it wrought on her

που ήθελα. Της έφερε σε όλο το κορμί της


The form of death: meantime I writ to Romeo,

μορφή θανάτου. Έγραψα εντούτοις στο Ρωμαίο


That he should hither come as this dire night,

να επιστρέψει γρήγορα δω πέρα αυτή τη νύχτα


To help to take her from her borrow'd grave,

να βοηθήσει για να βγει απ’ το δανεικό της τάφο,


Being the time the potion's force should cease.

την ώρα που θα έπαυε του φίλτρου μου η δράση.


But he which bore my letter, Friar John,

Μα ο αδελφός που πήγαινε το γράμμα, ο Ιωάννης


Was stay'd by accident, and yesternight

τυχαία καθυστέρησε κι έτσι εψές το βράδυ


Return'd my letter back. Then all alone

το γράμμα μου επέστρεψε. Τότε κι εγώ μονάχος


At the prefixed hour of her waking,

την ώρα που υπολόγισα πως πρέπει να ξυπνούσε


Came I to take her from her kindred's vault;

ήλθα ‘πό τον οικογενειακό τάφο της να τη βγάλω.


Meaning to keep her closely at my cell,

Σκέφτηκα να την κράταγα για λίγο στο κελί μου


Till I conveniently could send to Romeo:

ώσπου να τα κατάφερνα του Ρωμαίου να τη στείλω


But when I came, some minute ere the time

Μα όταν έφτασα εδώ, λιγάκι πριν την ώρα


Of her awaking, here untimely lay

που ήτανε να σηκωθεί, εβρήκα πεθαμένους


The noble Paris and true Romeo dead.

τον Πάρη τον ενάρετο και τον πιστό Ρωμαίο.


She wakes; and I entreated her come forth,

Ξυπνά. Εγώ την παρακάλεσα να έλθει έξω


And bear this work of heaven with patience:

και να υπομείνει το έργο αυτό των ουρανών, ως πρέπει.


But then a noise did scare me from the tomb;

Μα τότε ένας θόρυβος μ’ έβγαλε απ’ το μνημείο


And she, too desperate, would not go with me,

κι αυτή σε μαύρη απελπισιά, δεν έρχονταν μαζί μου.


But, as it seems, did violence on herself.

Αντίθετα, ως φαίνεται μόνη της μαχαιρώθη.


All this I know; and to the marriage

Αυτά γνωρίζω ως εδώ. Και όσο για το γάμο


Her nurse is privy: and, if aught in this

η παραμάνα ενήμερη ήταν. Κι αν κάτι απ’ όλα


Miscarried by my fault, let my old life

συνέβηκε από λάθος μου, η γέρικη ζωή μου


Be sacrificed, some hour before his time,

ας σταματήσει λίγο πριν η ώρα της να έλθει


Unto the rigour of severest law.

από την αυστηρότητα του πιο σκληρού σου νόμου.





We still have known thee for a holy man.

Σε θεωρούμε ακόμη ως άγιο ιερωμένο.


Where's Romeo's man? what can he say in this?

Και του Ρωμαίου ο άνθρωπος, που είναι; Και τι ξερει;





I brought my master news of Juliet's death;

Της Ιουλιέτας το χαμό, μήνυσα εγώ του αφέντη.


And then in post he came from Mantua

Ύστερα ήρθε μ’ άλογο εκείνος απ’ τη Μάντουα


To this same place, to this same monument.

στον τόπο τούτο που είμαστε, σε τούτο το μνημείο.


This letter he early bid me give his father,

Μου είπε στον πατέρα του να δώσω αυτό το γράμμα


And threatened me with death, going in the vault,

απειλώντας με, αν έμπαινα, με θάνατο, στο μνήμα.


I departed not and left him there.

Δεν έφυγα, αλλ' άφησα εκείνον εκεί πέρα.





Give me the letter; I will look on it.

Φέρε το γράμμα του εδώ. Θέλω να το διαβάσω.


Where is the county's page, that raised the watch?

Πού είν’ του κόμη ο ακόλουθος, που βρήκε τη φρουρά μου;


Sirrah, what made your master in this place?

Για πες μου εσύ, τι έκανε ο αφέντης σου εδώ πέρα;





He came with flowers to strew his lady's grave;

Ήρθε με άνθη στης κυράς το μνήμα να σκορπίσει


And bid me stand aloof, and so I did:

και να λουφάξω πρόσταξε, και το 'καμα αμέσως.


Anon comes one with light to ope the tomb;

Σε λίγο κάποιος έφτασε με φως. Τον τάφο ανοίγει


And by and by my master drew on him;

κι αμέσως ο αφέντης μου ξιφομαχεί μ’ εκείνον.


And then I ran away to call the watch.

Τότ’ έτρεξα κι εγώ μακριά, τους φύλακες να φέρω.





This letter doth make good the friar's words,

Το γράμμα αυτό, του μοναχού τα λόγια βεβαιώνει.


Their course of love, the tidings of her death:

Τον δρόμο της αγάπης τους, τα νέα για το χαμό της


And here he writes that he did buy a poison

και γράφει ότι αγόρασε μάλιστα και φαρμάκι


Of a poor 'pothecary, and therewithal

από ‘να φαρμακοποιό, φτωχό, κι επιπροσθέτως


Came to this vault to die, and lie with Juliet.

ήλθε στο μνήμα να χαθεί, κοντά στην Ιουλιέτα.


Where be these enemies? Capulet! Montague!

Πού είν’ εκείνοι οι εχθροί; Μοντέγη! Καπουλέτε!


See, what a scourge is laid upon your hate,

Δείτε πληγή που ανοίχθηκε στο μίσος σας επάνω.


That heaven finds means to kill your joys with love.

Εξολοθρεύει ο Ουρανός, μ’ αγάπη, τις χαρές σας[14].


And I for winking at your discords too

Κι εγώ που έκανα στραβά μάτια στο μάλωμά σας


Have lost a brace of kinsmen: all are punish'd.

έχασα δύο συγγενείς. Όλοι τιμωρημένοι[15]!





O brother Montague, give me thy hand:

Μοντέγη, δώσε αδερφέ, το χέρι στο δικό μου


This is my daughter's jointure, for no more

Είναι το προικοσύμφωνο της κόρης μου και άλλο


Can I demand.

να σου ζητήσω δεν μπορώ.





But I can give thee more:

Εγώ σου δίνω κι άλλο.


For I will raise her statue in pure gold;

Γιατί της στήνω άγαλμα ατόφιο από χρυσάφι


That while Verona by that name is known,

που όσο της Βερόνας μας το όνομα υπάρχει


There shall no figure at such rate be set

δεν θα φτιαχτεί μνημείο ξανά ποτέ αξίας τέτοιας


As that of true and faithful Juliet.

σαν της πιστής κι αληθινής, όμορφης Ιουλιέτας





As rich shall Romeo's by his lady's lie;

Το ίδιο πλούσιο του Ρωμαίου, κοντά θα ‘ν στην κυρά του


Poor sacrifices of our enmity!

Φτωχές θυσίες και οι δυο της εχθρικότητάς μας.





A glooming peace this morning with it brings;

Ειρήνη μελαγχολική, η μέρα τούτη φέρνει.


The sun, for sorrow, will not show his head:

Ο ήλιος απ’ τη λύπη του δεν δείχνει το κεφάλι.


Go hence, to have more talk of these sad things;

Πάμε και πράγματα πικρά να κάνουμε απομένει.


Some shall be pardon'd, and some punished:

Θα συγχωρέσω μερικούς. Θα παιδευτούνε άλλοι[16].


For never was a story of more woe

Δεν ήταν ιστορία ποτέ, του τέλους του μοιραίου της


Than this of Juliet and her Romeo.

όσο της Ιουλιέτας και του δύστυχου Ρωμαίου της[17].


Βιβλιογραφική αναφορά: Παρούτσας, Δ., Κ., (2018), 

Αυτό το σάιτ χρησιμοποιεί cookies - Μάθετε περισσότερα... | Επισκέψεις από 1-1-2005:


Σημείωση [1]

Με αυτό το ονειρικό, χαρούμενο άνοιγμα δημιουργείται μια συναισθηματικά δυναμική σκηνή. Ο Ρωμαίος ξεκινά με εξαιρετική διάθεση, περιμένοντας «χαρούμενα νέα», αλλά παίρνει ακριβώς το αντίθετο. Ξεκινώντας από αυτό το όνειρο, ο Σαίξπηρ καταστρέφει ολοσχερώς την χαρά του Ρωμαίου αυξάνοντας τον πόνο του όταν ακούει τα νέα του Βαλτάσαρ.

Σημείωση [2]

Αυτή η δήλωση αντανακλά τη χριστιανική ιδέα ότι ένα πρόσωπο που πεθαίνει αγνό, «είναι καλά», αφού θα πάει στον παράδεισο.

Σημείωση [3]

Αναφορά στο «αστροσημαδεμένοι» του Προλόγου.

Σημείωση [4]

Ο Ρωμαίος θεωρεί το δηλητήριο «φάρμακο», αφού θα τον ανακουφίσει από τη θλίψη του για το θάνατο της Ιουλιέτας. Καταλήγοντας σ 'αυτή τη σκηνή με αυτό το παράδοξο, ο Σαίξπηρ μεταδίδει την αίσθηση ότι ολόκληρος ο κόσμος του Ρωμαίου έχει αναποδογυρίσει. Το δηλητήριο έχει γίνει φάρμακο. Το τέλος αυτής της σκηνής έρχεται επίσης σε αντίθεση με το ξεκίνημά της και σηματοδοτεί μια συναισθηματική μετάβαση από τη χαρά στην καταστροφή.

Σημείωση [5]

Για λόγους που κανείς δεν μπορεί να διευκρινίσει απόλυτα, οι ίταμοι φυτεύονταν ανέκαθεν στα νεκροταφεία της βόρειας Ευρώπης, όπως τα κυπαρίσσια στην Ελλάδα και συνδέονται συμβολικά με το θάνατο.

Σημείωση [6]

Ο Ρωμαίος μπερδεύει δύο μέλη του σώματος σε μια φρικτή εικόνα. Το στόμα αναφέρεται στα σαγόνια και χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει ένα ιδιαίτερα ακόρεστο ή ατρόμητο ζώο. Η μήτρα, η οποία φυσικά, είναι ο τόπος έναρξης της ζωής, εδώ μεταλλάσσεται σε έναν άγνωστο χώρο τον οποίο ο Ρωμαίος συνδέει και πάλι με το θάνατο. Στα μάτια του, η ζωή ολοκληρώνει έναν πλήρη κύκλο.

Σημείωση [7]

Παρόλο που γενικά θεωρείται ότι ο Πάρης είναι μεγαλύτερος από τον Ρωμαίο, αυτός τον αποκαλεί «νεαρό». Αυτό δείχνει ότι η θλίψη και η απελπισία του είναι πιο ώριμη από εκείνη του Πάρη , και ότι τον καθιστά πιο «μεγάλο» από τους δυο τους.

Σημείωση [8]

Ο Σαίξπηρ πρόσεχε πάντα τις λεπτές αποχρώσεις της γλώσσας του και αυτό ισχύει και για τον «θάνατο» της Ιουλιέτας. Όπως τονίζει ο Ρωμαίος, ο θάνατος δεν έχει «ακόμα» δύναμη πάνω στην ομορφιά της, χωρίς να ξέρει πόσο δίκιο έχει, και ότι οι λεπτομέρειες του προσώπου της προδίδουν περισσότερα από όσα αντιλαμβάνεται.

Σημείωση [9]

Ονομάζει το δηλητήριο «βάλσαμο» επειδή θα την ενώσει και πάλι με το Ρωμαίο. Ο Ρωμαίος εξέφρασε την ίδια ιδέα όταν το αποκάλεσε «φάρμακο κι όχι φαρμάκι».

Σημείωση [10]

Αργότερα στη σκηνή βλέπουμε ότι ο Ρωμαίος είχε το ξίφος σε μια θήκη στην πλάτη του, με τον τρόπο που συνήθιζαν να μεταφέρουν τα ξίφη στον Μεσαίωνα. Έτσι εξηγείται το πώς έρχεται στο χέρι της την κατάλληλη στιγμή. Καθώς φιλάει τον Ρωμαίο τον αγκαλιάζει και όταν ακούει τη φωνή του φύλακα, το χέρι της πιάνει το ξίφος του.

Σημείωση [11]

Όμορφο λογοπαίγνιο, που ευτυχώς αποδίδεται εύκολα και στα Ελληνικά

Σημείωση [12]

Όπως είδαμε και πιο πάνω ο Ρωμαίος θα πρέπει να έφερε το ξίφος σε θήκη, στην πλάτη του, όπως αυτές που τοποθετούσαν και τα βέλη των τόξων. Εντούτοις ο Καπουλέτος πολύ θα ήθελε το μαχαίρι να βρίσκεται «μέσα» στην πλάτη του Ρωμαίου, και όχι στην πραγματική του θήκη που έφερε στην πλάτη.

Σημείωση [13]

«νωρίτερα»: Το λογοπαίγνιο μεταφέρθηκε αυτούσιο.

Σημείωση [14]

τις χαρές σας: όλες τις χαρές της ζωής αλλά και τα δύο παιδιά σας που ήταν η χαρά της ζωής σας.

Σημείωση [15]

Δύο συγγενείς του πρίγκιπα δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια των γεγονότων του έργου: Ο Μερκούτιος και ο Πάρης.

Σημείωση [16]

Στο βιβλίο του Αρθούρου Μπρουκ «Η Τραγική Ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας» που αποτέλεσε και την κύρια πηγή για τον Σαίξπηρ για το έργο, δίνονται λεπτομέρειες για το ποιος συγχωρείται και τιμωρείται. Ο Πάτερ Λαυρέντιος συγχωρείται και επιστρέφει στο ερημητήριο του στη Βερόνα, όπου και πεθαίνει πέντε χρόνια αργότερα. Ο Πέτρος απελευθερώνεται, η παραμάνα εξορίζεται ενώ ο φαρμακοπώλης απαγχονίζεται.. Εδώ βλέπουμε ένα μικρό παράδειγμα της δραματικής ικανότητας του Σαίξπηρ να ξεπερνάει όλες αυτές τις (βαρετές) λεπτομέρειες με μια γραμμή και να τελειώνει το έργο επικεντρωνόμενος στο δραματικό του κλείσιμο.

Σημείωση [17]

Διάσημο, απλό τέλος. Ο Πρίγκιπας ισχυρίζεται ότι αυτή είναι η πιο τραγική ιστορία όλων των εποχών.