Αυτό το σάιτ χρησιμοποιεί Κώδικα Καταγραφής (ΚωK ή cookies)  κυρίως για προβολή διαφημίσεων της Google  - Μάθετε περισσότερα...

Επιμέλεια ιστοχώρου Διον.Κ.Παρούτσας


 
 

ΑρχικήΕπικοινωνία | Ταυτότητα | Πλοήγηση | Downloads

Ρώσικα Παραμύθια

σε εικονογράφηση του Ιβάν Μπιλίμπιν*


Τα δύο αδερφάκια | Η άσπρη πάπια | Το πουλί της φωτιάς |  Το φτερό του σταυραϊτού | Μάρια Μόρεβνα | Η τσαρίνα - βατραχίνα


 

Λοιπόν, που λέτε, τα πολύ-πολύ παλιά χρόνια, ζούσε κάπου-κάποτε, σ' ένα ρηγάτο ένα ρηγόπουλο, ο Ιβάν, με τις τρεις αδερφές του ρηγοπούλες: τη Μαρία, την Όλγα και την Άννα.

Πεθαίνοντας οι γονείς τους, άφησαν ευχή και κατάρα στο γιο τους τον Ιβάν:

- Στον πρώτο που θα γυρέψει κάποια από τις αδερφές σου για γυναίκα του, σ' αυτόν να την δώκεις! Μην τις κρατήσεις κοντά σου για πολύ!

Σαν κήδεψαν τα γονικά τους, βγήκε ο Ιβάν με τις αδερφές του τις ρηγοπούλες στ' ολάνθιστο περιβόλι, να ξεσκάσουν λίγο από την πίκρα τους... Μα ξάφνου, να!, τον ουρανό σκεπάζει μαύρο σύγνεφο, ξεσπάει άγρια μπόρα.

-Άιντε, αδερφούλες για το σπίτι! λέει το ρηγόπουλο ο Ιβάν.

Δεν πρόκαναν να φτάσουν στο παλάτι και πέφτει κεραυνός και σκίζει τη σκεπή στα δύο και μπαίνει από κει πετώντας ένας Σταυραϊτός, ίσα στο δώμα που καθόντουσαν. Φτεροκοπιέται τρεις φορές στο πάτωμα ο Σταυραϊτός, και, να σου!, γίνεται ένα καμαρωτό παλικάρι και λέει:

-Γεια και χαρά σου Ιβάν ρηγόπουλο! Σα μουσαφίρης πέρναγα ως τώρα απ' το παλάτι σου, μα σήμερα ήρθα για γαμπρός! Και σου γυρεύω για γυναίκα μου την αδερφή σου τη Μαρία τη ρηγοπούλα.

-Άμα σε θέλει, δε μου πέφτει λόγος! Με γεια της με χαρά της!

Τον ήθελε η Μαρία η ρηγοπούλα. Παντρεύτηκε το Σταυραϊτό κι αυτός την πήρε στα δικά του μέρη.

Και πέρασαν οι ώρες και οι μέρες, κι ολάκερος ο χρόνος, θαρρείς σα να 'ταν τώρα! Και βγήκε πάλι το ρηγόπουλο κι οι αδερφές του οι ρηγοπούλες στο περβόλι να ξεσκάσουν. Μα ξάφνου, να!, ξανά το μαύρο σύγνεφο κι η άγρια η μπόρα με βροντές και μ' αστραπές!

 

-Άιντε, αδερφούλες για το σπίτι! λέει το ρηγόπουλο ο Ιβάν.

 

Δεν πρόκαναν να μπούνε στο παλάτι και πέφτει πάλι ο κεραυνός που σκίζει τη σκεπή σταδυο, και από κει πετώντας μπαίνει ο Χρυσαϊτός, ίσα στο δώμα που καθόντουσαν! Φτεροκοπιέται τρεις φορές στο πάτωμα ο Χρυσαϊτός, γίνεται ένα καμαρωτό παλικάρι κι έτσι λέει:

-Γεια και χαρά σου, Ιβάν ρηγόπουλο! Σα μουσαφίρης πέρναγα ως τώρα απ' το παλάτι σου, μα σήμερα ήρθα για γαμπρός! Είπε, και γύρεψε γυναίκα του τη ρηγοπούλα Όλγα.

- Έχει το λεύτερο ν' αποφασίσει μόνη της! Άμα σε θέλει πάρτηνε. Με γεια σας με χαρά σας!

Τον ήθελε κι η ρηγοπούλα η Όλγα, και τον παντρεύτηκε το Χρυσαϊτό. Την πήρε κείνος στις φτερούγες του και πήγαν στο δικό του το ρηγάτο.

Πέρασε κι άλλος ένας χρόνος και λέει ο Ιβάν στην πιο μικρή αδερφή:

-Δεν πάμε στ' ανθισμένο περιβόλι, να κάνουμε περίπατο;

Περπάτησαν όσο περπάτησαν, μα, να!, τον ουρανό σκεπάζει πάλι μαύρο σύγνεφο, ξεσπάει άγρια μπόρα με βροντές και μ' αστραπές.

-Άιντε, αδερφούλα μου στο σπίτι μας!

Σαν γύρισαν, δεν πρόκαναν καλά-καλά να καθίσουν και πέφτει κεραυνός και το ταβάνι σκίζεται στα δυο, και, να σου!, πετά απ' ανάμεσα ίσα στο δώμα ο Κιρκαϊτός το Ξεφτέρι. Φτεροκοπιέται τρεις φορές στο πάτωμα κι έγινε ένα καμαρωτό παλικάρι. Καλοί και οι άλλοι οι δυο οι προηγούμενοι, μα τούτος δω καλύτερος απ' όλους.

-Γεια και χαρά σου, Ιβάν ρηγόπουλο! Σα μουσαφίρης πέρναγα ως τώρα απ' το παλάτι σου, μα σήμερα ήρθα για γαμπρός! Ζητώ σου να μου δόσεις για γυναίκα μου τη ρηγοπούλα Άννα!

-Η αδερφή μου έχει το λεύτερο ν' αποφασίσει μόνη της. Κι αν σ' αγαπά μπορεί να 'ρθει μαζί σου!

Έτσι έγινε κι απόμεινε μονάχος του ο Ιβάν. Και πέρασε άλλος ένας χρόνος, χωρίς καμιά απ' τις αδερφές του να 'χει δίπλα του, ως που τον πήρε η στεναχώρια κι είπε:

-Ας πάω να βρω τις αδερφές μου:

Το 'πε και το 'κανε. 'Τοιμαστηκε και κίνησε για το ταξίδι.

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, και πάει και πάει και τι να δει! Τον κάμπο με κουφάρια ολάκερου στρατού σπαρμένο. Ρωτάει το ρηγόπουλο ο Ιβάν:

-Αν είναι κάποιος ζωντανός εδώ ν' αποκριθεί: ποιος σύντριψε ετούτον το μεγάλο το στρατό;

Κι ένας, που ζούσε ακόμη, έτσι απάντησε:

-Αυτόν που βλέπεις το μεγάλο το στρατό, τον τσάκισε η Μαρία η Μόρεβνα, η πανέμορφη βασίλισσα!

Κίνησε πάλι για το δρόμο και πάει και πάει το ρηγόπουλο ο Ιβάν, ώσπου μπροστά του αντίκρισε ένα στρατόπεδο με άσπρα, κάτασπρα αντίσκηνα. Και βγαίνει από τη σκηνή της να τον προϋπαντήσει η πανέμορφη βασίλισσα, η Μαρία Μόρεβνα.

-Γεια σου ρηγόπουλο. Πώς κι από δω και πού σε σπρώχνει η μοίρα σου; Η θέληση σου είναι που σε πάει, ή κάποιο ζόρι;

Και το ρηγόπουλο ο Ιβάν της αποκρίνεται:

-Το ζόρι δεν ταιριάζει στα καλά τα παλικάρια!

-Άμα δε βιάζεσαι, λοιπόν, να σε φιλοξενήσω στη σκηνή μου!

Άλλο που δεν ήθελε ο Ιβάν. Δυο νύχτες έμεινε εκεί κι αγαπηθήκανε με τη Μαρία Μόρεβνα και παντρευτήκανε.

Κι ύστερα η Μαρία η Μόρεβνα, η πανέμορφη βασίλισσα, τον πήρε στο δικό της το παλάτι. Και ζήσανε όσο ζήσανε μαζί και χάρηκαν. Ώσπου αποφάσισε η Μαρία Μόρεβνα για πόλεμο και πάλι να κινήσει. Αφήνει στον Ιβάν όλο το βίος της και του λέει:

-Γύρνα όπου θες, μπες όπου θες, και κοίταγε και ψάχνε, μόνο σ' ετούτο το κελάρι να μην μπεις ποτέ σου!

Μα δεν κρατήθηκε ο Ιβάν και μόλις έφυγε η Μαρία η Μόρεβνα, μια και δυο, μια και δυο πηγαίνει στο κελάρι, την πόρτα ανοίγει και κοιτάζει και τι να δει! Βλέπει εκεί μέσα, κρεμασμένο και δεμένο με δώδεκα αλυσίδες, τον Μάγο τον Απέθαντο, πετσί και κόκκαλο!

Κι έτσι παρακαλεί και λέει ο Μάγος στον Ιβάν:

-Λυπήσου με και δώσε μου να πιω! Δέκα χρόνια πέρασαν και παιδεύομαι, χωρίς φαγί, χωρίς νερό! Ξεράθηκε ολότελα ο λαιμός μου!

Πηγαίνει ο Ιβάν του φέρνει έναν κουβά νερό που το 'πιε μονορούφι ο Μάγος και ζήταε κι άλλο:

-Δε σβήνει η δίψα μου μονάχα μ' έναν κάδο. Φέρε μου κι άλλον!

Του φέρνει άλλον έναν κουβά ο Ιβάν, ήπιε κι αυτόν και γύρεψε και τρίτο. Μόλις τον ήπιε ξαναβρήκε τη δύναμη του την παλιά, τανιέται μια και σπάει και τις δώδεκα αλυσίδες.

-Ευχαριστώ σε Ιβάν, καλό ρηγόπουλο, είπε ο Μάγος ο Απέθαντος. Μάθε όμως, πως από δω και πέρα δε θα την ξαναδείς τη Μαρία Μόρεβνα!

Είπε και βγήκε σαν το σίφουνα απ' το παραθύρι και πρόλαβε την Μαρία Μόρεβνα, την πανέμορφη βασίλισσα, στο δρόμο. Την άρπαξε και την πήγε στα μέρη του. Ο Ιβάν το ρηγόπουλο έκλαψε όσο έκλαψε πικρά κι απέ 'τοιμάστηκε για δρόμο: «Ας πάθω ό,τι είναι να πάθω, μα εγώ θα ξαναβρώ τη Μαρία Μόρεβνα!»

Και πάει και πάει, μια μέρα-δυο και την αυγή της τρίτης μέρας, να σου!, μπροστά του ένα φανταχτερό παλάτι. Μπρος στο παλάτι μια βελανιδιά και στην κορφή της ο Σταυραϊτός! Πέταξε προς το μέρος του, φτεροκοπιέται τρεις φορές κατάχαμα και μεταμορφώνεται ξανά σ' ένα καμαρωτό παλικάρι και φωνάζει:

-Αχ, τον αγαπημένο μου κουνιάδο! Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει κατά δω;

Τρεχάτη βγήκε η Μαρία η ρηγοπούλα να καλωσορίσει τον Ιβάν τον αδερφό της. Άρχισε να τον ρωτά το τι και πώς, απ' τη χαρά της να γελάει και να κλαίει και τα δικά της να του λέει. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες μείνανε μαζί κι ύστερα το ρηγόπουλο τους είπε:

-Δε με βαστά η καρδιά μου να μείνω άλλο μαζί σας! Πρέπει να πάω να βρω το ταίρι μου, την πανέμορφη βασίλισσα, τη Μαρία Μόρεβνα.

-Δύσκολα θα τη βρεις, του λέει ο Σταυραϊτός. Μα για καλό και για κακό άφησε εδώ το ασημένιο σου κουτάλι, να το κοιτάμε και να σε θυμόμαστε, να ξέρουμε τι γίνεται.

Αφήνει ο Ιβάν το ασημένιο του κουτάλι στο Σταυραϊτό και κίνησε ξανά για το σκοπό αυτό.

Και πάει και πάει, μια μέρα-δυο και την αυγή της τρίτης μέρας, να σου!, μπροστά του ένα παλάτι και πιο φανταχτερό απ' το πρώτο. Μπροστά του μια βελανιδιά και στην κορφή ο Χρυσαϊτός. Πετάει κοντά του απ' τη βελανιδιά, φτεροκοπιέται τρεις φορές κατάχαμα, γίνεται πάλι ένα καμαρωτό παλικάρι κι όλο χαρά φωνάζει:

-Τρέξε Όλγα ρηγοπούλα! Ήρθε ο αγαπημένος αδερφός μας!

Και βγήκε αστραπή η ρηγοπούλα η Όλγα να τον προϋπαντήσει, και να αγκαλιές, και να φιλιά, και το 'να τ' άλλο να ρωτά, κι απ' τη χαρά της να γελάει και να κλαίει και τα δικά της να του λέει. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες τον φιλοξένησαν κοντά τους κι ύστερα είπε ο Ιβάν:

-Να μείνω κι άλλο δε με παίρνει ο χρόνος. Πρέπει να πάω να βρω το ταίρι μου, την πανέμορφη βασίλισσα, τη Μαρία Μόρεβνα.

Ο Χρυσαϊτός του αποκρίνεται:

-Δύσκολα θα τη βρεις. Μα άφησε μας το ασημένιο σου πιρούνι, να το κοιτάμε και να σε θυμόμαστε, να ξέρουμε τι γίνεται.

Άφησε ο Ιβάν το ασημένιο του πιρούνι και κίνησε ξανά για το ταξίδι του.

Και πάει και πάει μια μέρα-δυο και την αυγή της τρίτης, να σου!, μπροστά του ένα παλάτι και πιο φανταχτερό απ' τ' άλλα δυο. Μπροστά του μια βελανιδιά και στην κορφή της το Ξεφτέρι ο Κιρκαϊτός. Πετάει απ' τη βελανιδιά κοντά του, φτεροκοπιέται τρεις φορές κατάχαμα, γίνεται πάλι ένα καμαρωτό παλικάρι κι όλο χαρά φωνάζει:

-Βγες γρήγορα, Άννα ρηγοπούλα, γιατ' ήρθε ο αδερφός μας!

Βγήκε τρεχάτη η ρηγοπούλα η Άννα να τον υποδεχτεί και να αγκαλιές και να φιλιά, και το 'να τ' άλλο να ρωτά, κι απ' τη χαρά της να γελάει και να κλαίει και τα δικά της να του λέει. Τον φιλοξένησαν τρεις μέρες και τρεις νύχτες κι ύστερα ο Ιβάν τους λέει:

-Γεια και χαρά σας! Πάω να βρω το ταίρι μου, την πανέμορφη βασίλισσα, τη Μαρία Μόρεβνα.

Κι ο Κιρκαϊτός το Ξεφτέρι έτσι του λέει:

-Δύσκολο να τη βρεις! Άλλ' άφησε μας την ασημένια σου καπνοσακούλα,να την κοιτάμε και να σε θυμόμαστε, να ξέρουμε τι γίνεται.

Και πάει και πάει, μια μέρα-δυο την τρίτη ανταμώνει τη Μάρια Μόρεβνα. Σαν είδε εκείνη τον αγαπημένο της ρίχτηκε στην αγκαλιά του και με δάκρυα στα μάτια του ψιθύριζε:

-Αχ, αχ, Ιβάν, καλό μου εσύ ρηγόπουλο! Γιατί δε μ' άκουσες και μπήκες στο κελάρι και λευτέρωσες τον Μάγο τον Απέθαντο;

-Συγχώρεσέ με, Μαρία Μόρεβνα! Ας μην γυρνάμε στα παλιά, κάλλιο να φύγουμε τώρα που λείπει ο Μάγος ο Απέθαντος. Ίσως δεν μας προφτάσει αν βιαστούμε!

Το 'παν και το 'καναν! Εκείνο το πρωί ο Μάγος είχε πάει κυνήγι, μα καθώς γύρναγε το βράδυ στο κονάκι του, σα να σκουντούφλησε το γοργοπόδαρο άτι του. Κοντοστέκει και φρουμάζει.

-Γιατί φρουμάζεις και σκουντουφλάς αχόρταγο και γέρικο φαρί μου, κάνα κακό οσμίστηκες;

Το άλογο αποκρίθηκε:

-Ήρθε ο Ιβάν το ρηγόπουλο και σ' άρπαξε την Μαρία Μόρεβνα.

-Κι αν ήτανε να σπείρουμε σιτάρι και να σώσει να μεστώσει, και να το θερίσουμε να τ' αλωνίσουμε, και να τ' αλέσουμε κι εφτάζυμα να πλάσουμε, να τα φουρνίσουμε και να τα ψήσουμε, να φάμε όλο το ψωμί και να χορτάσουμε και πάλι θα τους φτάσουμε!

Σαν άνεμος καλπάζει το άτι και φτάνει ο Μάγος τον Ιβάν.

-Άκου, του λέει, για πρώτη φορά σε συγχωρώ για το καλό που μου 'κανες σαν μου 'δωσες νερό να πιω. Και δεύτερη μπορεί να σε σχωρέσω, αλλά φυλάξου από την τρίτη, για θα σε κάμω κομματάκια!

Αρπάζει τη Μαρία Μόρεβνα και πάνε!

Κάθισε ο Ιβάν το ρηγόπουλο σε μια κοτρόνα κι άρχισε να κλαίει πικρά. Έκλαψε όσο έκλαψε, γυρνάει πίσω και βρίσκει τη Μαρία Μόρεβνα. Κι έτυχε να μην είναι πάλι στο κονάκι ο Μάγος ο Απέθαντος.

-Να φύγουμε, Μαρία Μόρεβνα!

-Αχ, αχ, Ιβάν, καλό μου εσύ ρηγόπουλο! Θα μας προφτάσει πάλι!

-Και να μας φτάσει θα 'μαστε μαζί για λίγο!

Το 'παν και το 'καναν.

Καθώς εγύρναγε ο Μάγος στο κονάκι του, πάλι το άλογο του κοντοστέκει και φρουμάζει.

-Γιατί φρουμάζεις και σκουντουφλάς αχόρταγο και γέρικο φαρί μου; Κάνα κακό οσμίστηκες και πάλι;

-Ήρθε ο Ιβάν το ρηγόπουλο και σ' άρπαξε τη Μαρία Μόρεβνα!

-Τι λες μπορούμε να τους φτάσουμε;

-Και να 'τανε κριθάρι για να σπείρουμε, και να προσμέναμε να σώσει να μεστώσει, να το θερίσουμε, να τ' αλωνίσουμε, μπίρα να φτιάξουμε να πιούμε να μεθύσουμε και από ύπνο να χορτάσουμε και πάλι θα τους φτάσουμε!

Καλπάζει ο Μάγος και προφταίνει το ρηγόπουλο:

-Σου το 'πα, δε σου το 'πα πως δε θα ξαναδείς τη Μαρία Μόρεβνα;

Αρπάζει τη Μαρία Μόρεβνα και πάνε!

Έμεινε πάλι μόνος, το ρηγόπουλο ο Ιβάν, έκλαψε όσο έκλαψε και γύρισε ξανά στη Μαρία Μόρεβνα!

-Αχ, αχ, Ιβάν, καλό μου εσύ ρηγόπουλο! Ο Μάγος πάλι θα μας φτάσει και τούτη τη φορά κομμάτια θα σε κάμει!

-Και να με κάνει τι; Έτσι κι αλλιώς χωρίς εσένανε δε ζω!

Τοιμάστηκαν και φύγανε.

Μα καθώς γύρναγε ο Μάγος στο κονάκι του, ξανά μανά το άλογο του, κοντοστέκεται και φρουμάζει;

-Τι κοντοστέκεις πάλι; Κάνα κακό οσμίστηκες;

-Ξανάρθε το ρηγόπουλο ο Ιβάν και σου ξανάρπαξε τη Μαρία Μόρεβνα.

Καλπάζουν πάλι, φτάνουν τον Ιβάν, τον κόβει κομματάκια-κομματάκια ο Μάγος ο Απέθαντος, ρίχνει τα κομμάτια του σ' ένα βαρέλι καλαφατισμένο, το σφίγγει με τα σιδερένια τσέρκια του, στη γαλάζια θάλασσα το πετάει, παίρνει τη Μαρία Μόρεβνα και πάει!

Μα να που εκείνη την ίδια στιγμή, κοιτάνε οι γαμπροί του Ιβάν και βλέπουν ότι μαύρισε τ' ασήμι.

Αχ, στέναξαν. Μεγάλο κακό θα τον βρήκε!

Πετάει ο Σταυραϊτός πάνω από τη θάλασσα τη γαλανή και βγάζει το βαρέλι με τα νυχάκια του, τα νυχοποδαράκια του, πετάει ο Χρυσαϊτός να φέρει τ' αθάνατο νερό, πετάει κι ο Κιρκαϊτός το Ξεφτέρι, του θανάτου το νερό να φέρει.

Συνάχτηκαν κι οι τρεις αϊτοί, σπάνε το βαρέλι, βγάζουν τα κομμάτια του Ιβάν τα πλένουνε καλά-καλά και τα βάζουν το καθένα στη θέση του.

Ο Κιρκαϊτός το Ξεφτέρι τα ραντίζει με το νερό του θανάτου και τα κομμάτια ενώνονται, ο Χρυσαϊτός τα ραντίζει με τ' αθάνατο νερό και, να, σαλεύει ο Ιβάν το ρηγόπουλο, σηκώνεται, τεντώνεται και λέει:

-Με παραπήρε ο ύπνος φαίνεται!

-Αμ' θα κοιμόσουνα για πάντα, σαν δεν είμαστε εμείς! είπαν οι γαμπροί. Και τώρα έλα σπίτια μας να σε φιλοξενήσουμε.

- Όχι αδέρφια! Θα πάω να βρω τη Μαρία Μόρεβνα.

Πηγαίνει και τη βρίσκει κι έτσι της μιλάει και την παρακαλάει:

-Ρώτα τον Μάγο τον Απέθαντο και μάθε πού το 'βρε το γοργοπόδαρο φαρί του!

Βρίσκει νη Μαρία Μόρεβνα την ώρα - τη στιγμή με τρόπο το Μάγο ρωτούσε κι εκείνος απαντούσε.

-Πέρα στης γης την άκρη και πέρα από το πύρινο ποτάμι κάθεται η γριά η Λάμια. Κι έχει που λες εκείνη μια φοράδα, που σαν την καβαλήσεις τον κόσμο όλο σε μια μέρα θα γυρίσεις. Μα έχει κι άλλες φοραδίτσες. Τις φύλαξα τρεις μέρες στη βοσκή τους, δεν έχασα καμιά και μου 'δοσε η γριά η Λάμια ένα πουλάρι.

-Και πώς επέρασες το πύρινο ποτάμι;

-Αμ, έχω μια μαντίλα, που αν την ανεμίσω τρεις φορές δεξιά μου, υψώνεται ένα γεφύρι, τόσο ψηλό που μήτε η φωτιά δεν το ζυγώνει!

Τ' άκουσε η Μαρία Μόρεβνα όλα με προσοχή και τα 'πε στο ρηγόπουλο. Πήρε κρυφά και τη μαντίλα και την έδωσε κι αυτή στον αγαπημένο της.

Περνάει το ρηγόπουλο ο Ιβάν το πύρινο ποτάμι να πάει στη γριά τη Λάμια. Και πάει και πάει, χωρίς μπουκιά στο στόμα του, χωρίς νερό. Ώσπου ανταμώνει ένα ξωτικό πουλί με τα μικρά του στη φωλιά.

-Α, λέει μέσα του, ας φάω ένα πουλάκι!

-Να μην το φας Ιβάν, καλό ρηγόπουλο! παρακαλεί και λέει το ξωτικό πουλί. Και πού το ξέρεις, κάποτε μπορεί κι εγώ να σε συντρέξω.

Και πάει το ρηγόπουλο και πάει και ανταμώνει μια κυψέλη μ' αγριομέλισσες.

-Ας πάρω, λέει, λίγο μέλι να χορτάσω!

-Μην μου πειράξεις τις κερήθρες μου Ιβάν, καλό ρηγόπουλο! παρακαλεί και λέει η βασίλισσα της κυψέλης. Και πού το ξέρεις, κάποτε μπορεί κι εγώ να σε συντρέξω!

Δεν το πειράζει το μελίσσι το ρηγόπουλο και πάει και πάει ώσπου ανταμώνει μια λιονταρίνα με τα λιονταράκια της.

-Ας φάω, τουλάχιστον, κανένα λιονταράκι, γιατί πεινάω τόσο πολύ που κόβονται τα πόδια μου!

-Μην μου πειράξεις τα μικρά μου Ιβάν, καλό ρηγόπουλο! παρακαλεί και λέει η λιονταρίνα. Και πού το ξέρεις, κάποτε μπορεί κι εγώ να σε συντρέξω!

-Ας γίνει το χατίρι σου!

Και δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει νηστικός, ώσπου φτάνει στο κονάκι της γριάς της Λάμιας. Γύρω-τριγύρω από το κονάκι δώδεκα παλούκια, στα έντεκα μπηγμένο από 'να ανθρώπινο κεφάλι και μόνο το δωδέκατο άδειο!

-Γεια σου γιαγιά!

-Γεια σου κι εσένα Ιβάν, καλό ρηγόπουλο! Σαν τι να σ' έφερε από δω, η θέληση σου ή κάποιο ζόρι;

-Ήρθα να μπω στη δούλεψη σου κι ανταμοιβή μου να μου δόσεις ένα περήφανο άτι!

-Έτσι το θες έτσι να γίνει, Ιβάν. Και δε σε θέλω χρόνο ολάκερο στη δούλεψη μου. Φτάνουνε και τρεις μέρες! Θα πας τις φοραδίτσες μου να βοσκήσουν κι αν δεν μου χάσεις ούτε μία, θα πάρεις το περήφανο άτι, αλλά αν μου λείψει έστω και μια, με το συμπάθιο, το κεφάλι σου θα μπει στο τελευταίο παλούκι!

Συμφώνησε ο Ιβάν, τον τάισε, τον πότισε η γριά η Λάμια και πρόσταξε ν' αρχίσει τη δουλειά.

Αφήνει λεύτερες τις φοραδίτσες να βοσκήσουν, αυτές ανασηκώνουν την ουρά τους χλιμιντρίζουν κι όσο να γυρίσει να δει γένηκαν άφαντες.

Έσκασε απ' το κακό του ο Ιβάν, και πικραμένος καθώς ήταν κάθισε σε μια πέτρα και τον πήρε ο ύπνος.

Ο ήλιος κόντευε να δύσει και να σου έρχεται το ξωτικό πουλί και τον ξυπνάει:

-Σήκω Ιβάν, καλό ρηγόπουλο κι οι φοραδίτσες είναι τες στο στάβλο μαζεμένες!

Σηκώθηκε ο Ιβάν και πάει στο κονάκι, κι ακούει τη Λάμια να μαλώνει τις φοράδες και να λέει:

-Γιατί, μωρέ, γυρίσατε στο σπίτι;

-Και πώς να μη γυρίσουμε; Πέσανε απάνου μας όλου του κόσμου τα πουλιά, που κόντεψε τα μάτια να μας βγάλουν!

-Αν είναι έτσι, να μην πάτε αύριο στο λιβάδι, μα να σκορπίσετε στα δάση τα πυκνά.

Κοιμήθηκε ο Ιβάν το ρηγόπουλο και το πρωί του λέει η Λάμια.

-Πρόσεχε Ιβάν, να μου τις φέρεις όλες πίσω. Και μια να λείψει, το περήφανο κεφάλι σου το καρτεράει το δωδέκατο παλούκι!

Πρόγκηξε ο Ιβάν τις φοραδίτσες στο λιβάδι, μ' αυτές ανασήκωσαν τις ουρές τους, χλιμίντρισαν και σκόρπισαν στα δάση τα πυκνά. Κάθισε πάλι ο Ιβάν στην πέτρα, ξανάκλαψε από το κακό του μέχρι που τον πήρε ο ύπνος.

Είχε κρυφτεί ο ήλιος πια πίσω απ' το δάσος, σαν έρχεται και τον ξυπνάει η λιονταρίνα!

-Σήκω Ιβάν, καλό ρηγόπουλο κι οι φοραδίτσες είναι τες στο στάβλο μαζεμένες!

Σηκώθηκε ο Ιβάν πηγαίνει στο κονάκι κι ακούει τη Λάμια πιο πολύ να τις μαλώνει.

-Γιατί βρε σεις γυρίσατε στο σπίτι;

-Και πώς να μην γυρίσουμε; Πέσανε απάνου μας όλου του κόσμου τ' άγρια ζώα, που κόντεψε να μας κατασπαράξουν!

-Αν είναι έτσι, να μην πάτε αύριο στο δάσος, μα στη γαλάζια θάλασσα να μπείτε!

Και πάει και τούτ' η νύχτα και το πρωί τον ξαναστέλνει τον Ιβάν, η γριά η Λάμια, να βοσκήσει τις φοράδες, λέγοντας του:

-Πρόσεχε Ιβάν και μια να λείψει απ' τις φοράδες μου, το κεφάλι σου θα μπει στο τελευταίο παλούκι!

Βγάζει ο Ιβάν τις φοραδίτσες να βοσκήσουν στο λιβάδι, μ' αυτές ανασηκώνουν τις ουρές τους, χλιμιντρίζουν, χάθηκαν απ' τα μάτια του και μπήκαν στη γαλανή τη θάλασσα, που τις εσκέπασε ως τη χαίτη.

Έσκασε από το κακό του έκλαψε ο Ιβάν το ρηγόπουλο, ξανά καθίζει σε μια πέτρα, ξανά τον παίρνει ο ύπνος. Ο ήλιος είχε πια χαθεί πίσω απ' τα δάση, σαν ήρθε η βασίλισσα η μέλισσα και τον ξυπνάει και του λέει:

-Σήκω Ιβάν, καλό ρηγόπουλο κι οι φοραδίτσες είναι τες στο στάβλο μαζεμένες! Πρόσεξε όμως, σαν γυρίσεις στο κονάκι, η γριά η Λάμια μη σε δει, παρά να πας και να κρυφτείς στο στάβλο πίσω απ' το παχνί. Εκεί θα δεις ένα ψωραλέο πουλάρι που στις σβουνιές κυλιέται, αυτό να πάρεις τα μεσάνυχτα και να το σκάσεις απ' τη Λάμια!

Σηκώθηκε ο Ιβάν το ρηγόπουλο, γυρνάει στο κονάκι, μπαίνει στο στάβλο στα κρυφά, χώνεται πίσω απ' το παχνί κι ακούει τη Λάμια να τσιρίζει και να λέει και να μαλώνει πάλι τις φοράδες της:

-Γιατί μωρέ χαμένες γυρίσατε στο σπίτι;

-Και πώς να μη γυρίσουμε; Σμάρια μέλισσες από τον κόσμο όλο πέσανε απάνω μας και μας τσιμπολογούσαν λυσσασμένες που μάτωσε όλο το τομάρι μας!

Πέφτει κοιμάται η γριά η Λάμια και τα μεσάνυχτα ακριβώς σελώνει το ψωραλέο πουλάρι ο Ιβάν, το καβαλάει και καλπάζουν προς το πύρινο ποτάμι. Εκεί στην όχτη, βγάζει την μαντίλα, την ανεμίζει τρεις φορές δεξιά του, και να σου!, ξεπετιέται ένα γεφύρι κρεμαστό, ποιος ξέρει πώς και από πού, απ' την μιαν όχτη κι ως την άλλη.

Περνάει το ρηγόπουλο αντίπερα και ανεμίζει τη μαντίλα δυο φορές μόνο ζερβά του και το γεφύρι πάνω απ' το ποτάμι γίνεται ευθύς λεπτό, λιανό σα να 'ναι από γυαλί! Σαν ξύπνησε η γριά η Λάμια το πρωί, το 'νιωσε πως πάει το ψωραλέο το πουλάρι, μανιάζει, παίρνει το γουδί το γουδοχέρι και μια σκούπα, μπαίνει στο γουδί, κρατά το γουδοχέρι σαν καμτσίκι και με τη σκούπα σβήνει πίσω της τα χνάρια, καλπάζοντας να πιάσει τον Ιβάν!

Φτάνει η Λάμια στο ποτάμι και λέει κοιτώντας το γεφύρι: «Καλό γεφύρι!»

Τρέχει να το περάσει καβάλα στο γουδί της, μα σαν έφτασε στη μέση ραγίζει το γεφύρι και μπλούμ!, πέφτει η Λάμια μέσα στο πύρινο ποτάμι, όπου θάνατος σκληρός την καρτερούσε.

Σαν βγήκε στο λιβάδι, άφησε ο Ιβάν το ψωραλέο το πουλάρι να βοσκήσει και, να σου!, γίνεται ένα ατίθασο άτι.

Κι ήρθε η μέρα που 'φτασε στη Μαρία Μόρεβνα ο Ιβάν και βγαίνει εκείνη τρέχοντας να τον προϋπαντήσει, πέφτει στην αγκαλιά του.

-Ποια μοίρα σε μοίρανε και μου ξανάρθες στη ζωή;

-Το και το! της τα εξηγάει ο Ιβάν. Μα τώρα άντε να φεύγουμε!

-Να 'ξερες πόσο σκιάζομαι Ιβάν, καλό ρηγόπουλο. Αν μας ξαναπιάσει ο Μάγος χίλια κομμάτια θα σε κάνει!

-Α, μπα! Δε θα μας πιάσει τώρα! Έχω ένα γοργοπόδαρο άτι που σαν πουλί πετάει!

Καβάλησαν κι οι δυο τους το φαρί και ξεκίνησαν.

Καθώς γυρνούσε στο κονάκι του ο Μάγος ο Απέθαντος, το άλογο του πάλι κοντοστέκεται, φρουμάζει.

-Τι κοντοστέκεις και φρουμάζεις, αχόρταγο και γέρικο φαρί μου; Κάνα κακό οσμίστηκες;

-Ξανάρθε το ρηγόπουλο ο Ιβάν και σ' άρπαξε τη Μαρία Μορεβνα!

-Τι λες μπορούμε να τους φτάσουμε;

-Ποιος ξέρει; Τώρα ο Ιβάν έχει έν' άτι πιο άξιο κι από μένα.

-Α, δεν κρατιέμαι! οργίζεται ο Μάγος ο Απέθαντος. Όπως και να 'ναι θα τους κυνηγήσω!

Πόση ώρα πέρασε, λίγη-πολλή, ποιος ξέρει, κάποτε φτάνει ο Μάγος τον Ιβάν, ξεπεζεύει, βγάζει την κάμα, κομμάτια να τον κάνει! Μα να σου το φαρί του Ιβάν μπαίνει στη μέση, δίνει μια κλωτσιά στου Μάγου την κεφάλα, του δίνει μια με το κοντάρι του ο Ιβάν και τον αποτελειώνει. Στοιβάζει ξύλα και τ' ανάβει και ρίχνει στη φωτιά τον Μάγο τον .... «απέθαντο» Τη στάχτη του μετά μαζεύει και τη σκορπάει στους τέσσερις ανέμους!

Καβάλα η Μαρία Μόρεβνα στο άλογο του Μάγου, καβάλα ο Ιβάν στο δικό του το φαρί κινάνε. Περνάνε πρώτα από το Σταυραϊτό, μετά από το Χρυσαϊτό και τέλος από το Ξεφτέρι τον Κιρκαϊτό! Όπου στάθηκαν με χαρά τους δέχτηκαν:

-Αχ, αχ, Ιβάν, καλό ρηγόπουλο, ποιος το 'λπιζε πως θα σε ξαναδούμε. Μα βλέπουμε δεν πήγανε τα κόπια σου χαμένα, γιατί τέτοια ομορφιά σαν της Μαρία Μόρεβνα όμοια της δε θα βρεις στον κόσμο όλο!

Κι αφού ξεκουράστηκαν και χάρηκαν, κινάνε, στο δικό τους τόπο πάνε. Κι όμορφα ζήσανε και από όλα τα καλά αποκτήσανε και πίναν πότε-πότε - ποιος δε θέλει! - και κρασί από μέλι....

 

 

 

 

 

Ήταν ένας βασιλιάς,

βασιλιάς χοντρομπαλάς,

στην αυλή του είχε παλούκι

για να κάθονται κούκοι.

 

Τώρα ποιος το παραμύθι

- το κουκί και το ρεβίθι -

θα μπορέσει να μας πει

μια φορά απ' την αρχή;

 


* Ο ρώσος χαράκτης Ιβάν Γιάκοβλεβιτς Μπιλίμπιν (1876-1942) διέπρεψε στην εικονογράφηση βιβλίων και στη σκηνογραφία. Έχει δημιουργήσει δική του χαρακτηριστική τεχνοτροπία στην εικονογράφηση βιβλίων, που βασίζεται στο λεπτότατο στυλιζάρισμα των στοιχείων της λαϊκής και της μεσαιωνικής ρωσικής τέχνης (χρωμολιθογραφία, κέντημα, ξυλογραφία, μικρογραφία κλπ.). Τα έργα του, που διακρίνονται για την αυστηρή γραμμή, την επίπεδη φόρμα και τη διακοσμητική τους υφή, βρίσκονται πολύ κοντά στη μοντέρνα ζωγραφική. Η εικονογράφηση από τον Ι.Β. Μπιλίμπιν διαφόρων ρώσικων παραμυθιών και θρύλων ζωντανεύει το θαυμαστό κόσμο τον ρωσικού φολκλόρ.

Η μετάφραση και διασκευή αυτού του παραμυθιού έχει γίνει από τον Δημήτρη Ραβάνη-Ρεντή από τις εκδόσεις "Σύγχρονη Εποχή" στα μέσα της δεκαετίας του '80. Τα παραμύθια τα εντόπισα στη βιβλιοθήκη ενός μικρού ορεινού σχολείου το οποίο έχει πάψει να λειτουργεί εδώ και είκοσι χρόνια. Θεωρώ ότι είναι ένα πρώτης τάξεως ανάγνωσμα για τα παιδιά κάθε ηλικίας και θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για την ανάπτυξη ενός πολύ ενδιαφέροντος πρότζεκτ.


ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΟΥ ΣΑΪΤ

 Καθημερινή Διδακτική
[Η λειτουργία του Μονοθέσιου Σχολείου] [Η διδακτική των μαθημάτων στα ολιγοθέσια σχολεία] [Κατανομή του χρόνου στα ολιγοθέσια και μονοθέσια σχολεία] [Προγραμματισμός ευέλικτης ζώνης και ένταξη στο πρόγραμμα] [Η διατήρηση της Πειθαρχίας στην τάξη] [Υπολογισμός κανονικής προϋπηρεσίας] [Πρόγραμμα υπολογισμού προϋπηρεσίας ωρομισθίων] [Πρόγραμμα υπολογισμού κατανάλωσης υγρών καυσίμων]
 Αυτόνομες Ενότητες
[Πελοποννησιακός Πόλεμος:  Βραβευμένο Παιχνίδι] [Τουριστικός Οδηγός Ευρυτανίας] [Ναρκωτικά: Πρόληψη και αντιμετώπιση] [Αρχές Γλωσσολογίας] [Οι ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί] [Ο ρόλος της οικογένειας στην ανάπτυξη του παιδιού] [Πρώτες Βοήθειες] [Σχέδια Μαθημάτων για την προαγωγή της προστασίας των παιδιών] [Υπολογισμός Μορίων: Ποια σχολή να διαλέξω;] [Υπολογισμός Αναγνωσιμότητας Κειμένων]
 Επιστημονικά   Θέματα
[Διδασκαλία της Ελληνικής γλώσσας] [Διδακτική της Γλώσσας] [Πειράματα και διευκρινήσεις στα Φυσικά] [Διδακτική της Ιστορίας] [Οδηγίες για τη διδασκαλία της έκθεσης] [Οδηγός για τη σύνταξη ενός βασικού δοκιμίου] [Διδακτική των Φυσικών Επιστημών] [Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης] [Γίνετε ποιητές: Στοιχεία στιχουργικής] [Υπολογιστής Αναγνωσιμότητας Κειμένων[Συγκριτική Παιδαγωγική ] [Μια έρευνα πάνω στη γνωστική ανάπτυξη] [Ψυχολογία] [Ειδική Αγωγή] [Στασιμότητα και απόρριψη του μαθητή στο Δημοτικό Σχολείο] [Αλλαγές στην ταυτότητα του παιδιού και του εφήβου] [Εκπαίδευση και γνωστικές αλλαγές στη Μέση Παιδική Ηλικία] [Γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες στη γλωσσική ανάπτυξη] [Η υποχρεωτικότητα φοίτησης στο Νηπιαγωγείο ] [Διαφορές συμβατικής και εξ αποστάσεως εκπαίδευσης ] [Εκπαίδευση ενηλίκων: Προβλήματα και θεωρητικές απόψεις] [Αναζήτηση πληροφοριών στον παγκόσμιο ιστό] [Επιθετικότητα στο σχολείο] [Διαπολιτισμική Διάσταση στην Εκπαίδευση:  Η μελέτη περίπτωσης δύο δημοτικών σχολείων στην Σουηδία]
Ύλη για Διδασκαλεία & Εξετάσεις
[Εξεταστέα Ύλη  για τα Διδασκαλεία ] [Σημειώσεις Διδακτικής] [Σημειώσεις Ψυχολογίας] [Σημειώσεις Λογοτεχνίας ] [Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης] [Τι σημαίνει διαχείριση της Αλλαγής] [Η ψυχολογία των κινήτρων]
Ευέλικτη Ζώνη
[Θεωρητικό Υπόβαθρο] [Η Ευέλικτη Ζώνη στο Νηπιαγωγείο] [Τα προαιρετικά προγράμματα γενικά] [Σχέδιο Εργασίας:] [Φωτογραφία] [Σχέδιο Εργασίας: Ο μήνας Ιανουάριος] [Σχέδιο Εργασίας: "ΑΓΓΕΙΑ: Από το χτες στο σήμερα"] [Σχέδιο Εργασίας: Η δημιουργία των Εποχών του Έτους ] [Σχέδιο Εργασίας: Οι σεισμοί στον τόπο μου] [Μάθετε τον κώδικα Μορς] [5 ρώσικα παραμύθια σε εικονογράφηση Ιβάν Μπιλίμπιν]
Διάφορα τεστ κουίζ και παιχνίδια
[Παιχνίδια - Διάφορα Χρήσιμα- Τεστ Ευφυΐας και προσωπικότητας]