Αυτό το σάιτ χρησιμοποιεί Κώδικα Καταγραφής (ΚωK ή cookies)  κυρίως για προβολή διαφημίσεων της Google  - Μάθετε περισσότερα...

Επιμέλεια ιστοχώρου Διον.Κ.Παρούτσας


 
 

ΑρχικήΕπικοινωνία | Ταυτότητα | Πλοήγηση | Downloads

Ρώσικα Παραμύθια

σε εικονογράφηση του Ιβάν Μπιλίμπιν*


Τα δύο αδερφάκια | Η άσπρη πάπια | Το πουλί της φωτιάς | Το φτερό του σταυραϊτού | Μάρια Μόρεβνα | Η τσαρίνα - βατραχίνα


 

Η Τσαρίνα - Βατραχίνα

 

 

Ζούσε κάπου, κάποτε, σε κάποιο βασίλειο, κάπου στον ήλιο, ένας τσάρος με την τσαρίνα του και τους τρεις γιους του. Κι ήταν τέτοιοι λεβέντες, που δε βρέθηκε κοντύλι να τους γράψει, ούτε στα παραμύθια να τους περιγράψει. Τον πιο μικρό τον λέγανε Ιβάν. Σαν μεγάλωσαν, τους κάλεσε ο τσάρος και τους είπε:

- Λοιπόν, αγόρια μου, ήρθε η ώρα να γίνεται γαμπροί. Γι' αυτό, πάρτε το τόξο σας, φορέστε τη φαρέτρα σας με τα βέλη και βγείτε στον ανοιχτό κάμπο. Σημαδέψτε καθένας και σ' άλλη μεριά και ρίξτε τη σαΐτα σας. Όπου πέσει, εκεί θα βρείτε και τη γυναίκα που θα πάρετε!

Σαϊτεύει ο μεγάλος γιος, πέφτει η σαΐτα στην αυλή κάποιου βογιάρου, την πιάνει η θυγατέρα του και τη δίνει στον τσάρεβιτς - στο βασιλόπουλο. Σαϊτεύει ο μεσαίος, πέφτει η σαΐτα στη μεγάλη αυλή κάποιου έμπορα, την παίρνει η θυγατέρα του και τη δίνει στον τσάρεβιτς. Αμολάει τη σαΐτα του κι ο μικρός γιος, ο Ιβάν, και... άντε βρέστη πού πήγε!

Και πάει και πάει ο Ιβάν να τη βρει, ώσπου φτάνει σ' ένα βάλτο, κι εκεί τι να δει! Μια βατραχίνα-βρεκεκέξ κρατούσε τη σαΐτα του. Γυρνάει ο Ιβάν στον πατέρα του και του λέει:

—Τι να κάνω τώρα; Δεν μπορώ να πάρω κοντά μου τη βατραχίνα, πώς να ζήσεις μ' αυτήνε στη στεριά. Δεν μου κάνει!

—Να την πάρεις! του 'πε ο πατέρας του. Αυτό 'ναι το τυχερό σου.

Έτσι έγινε και παντρεύτηκαν τα τρία παλικάρια: ο μεγάλος την βογιαροπούλα, ο μεσαίος την εμπόρισσα κι ο μικρότερος, ο Ιβάν το βασιλόπουλο, τη βατραχίνα-βρεκεκέξ! Πόσος καιρός επέρασε, λίγος, πολύς, ποιος ξέρει; Μια μέρα ο τσάρος πάλι τους φωνάζει και προστάζει:

Άντε, να δούμε ποια απ' τις νύφες μου είναι η πιο νοικοκυρά. Οι γυναίκες σας να μου ζυμώσουν και να φουρνίσουν ένα αφράτο ψωμί, ως το πρωί.

Γυρνάει ο Ιβάν στο σπίτι του λυπημένος, με σκυμμένο κεφάλι.

—Κοάξ, κοάξ! Τι έχεις Ιβάν, ποια πίκρα σε βασανίζει, ποιος καημός σε τριβελίζει; τον ρωτάει η βατραχίνα. Μήπως σου 'πε κάνα βαρύ κι αταίριαστο λόγο ο τσάρος;

—Πώς να μην είμαι πικραμένος; Ο τσάρος και πατέρας μου πρόσταξε να του φτιάξεις ένα αφράτο, κάτασπρο ψωμί.

-Μη λυπάσαι και μην πικραίνεσαι, βασιλόπουλο. Πήγαινε να κοιμηθείς να ησυχάσεις, να ξαποστάσεις και, όπως λένε, η μέρα είναι πιο καταφερτζού από τη νύχτα.

Έβαλε το βασιλόπουλο να. κοιμηθεί, πέταξε μεμιάς από πάνω της το βατραχόδερμα και ξανάγινε αυτή που ήταν πριν τη μαγέψουν, μια κοπελιά πανέμορφη, η Βασίλισσα η Παντογνώστρα. Βγήκε στον κόκκινο εξώστη, χτύπησε τις παλάμες της και φώναξε δυνατά:

-Εεεε, νταντάδες, παραμάνες μου! Συναχτείτε, βιαστείτε κι ανασκουμπωθείτε, και ψήστε μου ως το πρωί ένα ψωμί κάτασπρο, αφράτο, σαν τα γιορτινά, που ζυμώναμε στο πατρικό μου!

Σηκώνεται το πρωί ο Ιβάν, και το ψωμί της βατραχίνας ήταν έτοιμο, ροδοκοκκινισμένο και τόσο όμορφο, που μήτε το 'χε φανταστεί, ούτε ματαϊδεί, και μόνο στα παραμύθια το 'χε ακούσει! Κι ήταν πλουμισμένο γύρω-γύρω μ' ένα σωρό ξόμπλια και πάνω-κάτω πολιτεία ολάκερη με πύργους και παλάτια να τη χαρούν τα μάτια! Χαρούμενος ο Ιβάν, τύλιξε το ψωμί σ' ένα προσό-ψι και το πήγε στον πατέρα του, όπου βρήκε και τ' άλλα του αδέλφια με τα ψωμιά τους.

Πήρε ο τσάρος το ψωμί του μεγάλου του γιου, το κοίταξε, το ξανακοίταξε και το 'στειλε στην κουζίνα. Και του μεσαίου είχε την ίδια τύχη. Ύστερα έδωσε ο Ιβάν το δικό του και ο τσάρος είπε:

—Αυτό το ψωμί είναι ψωμί για το βασιλικό τραπέζι!

Πέρασε κάμποσος καιρός και είπε πάλι ο τσάρος στους γιους του:

—Θέλω τώρα να δω, ποια από τις νύφες μου είναι η πιο χρυσοχέρα. Η κάθε μια τους να μου φάνει, μέχρι το πρωί, ένα κιλίμι.

Γυρνάει το βασιλόπουλο στο σπίτι λυπημένο, με το κεφάλι σκυμμένο.

—Κοάξ, κοάξ, ποια πίκρα σε βασανίζει, ποιος καημός σε τριβελίζει; Μήπως σου 'πε ο τσάρος λόγια σκληρά κι αταίριαστα;

—Πώς να μην πικραίνομαι και να μη χολιάζομαι; Ο τσάρος και πατέρας μου πρόσταξε να του φτιάξεις ένα κιλίμι μέχρι το πρωί.

—Μη λυπάσαι και μη πικραίνεσαι, τσάρεβιτς Ιβάν. Πήγαινε να ησυχάσεις, να κοιμηθείς να ξαποστάσεις, γιατί η μέρα είναι πιο καταφερτζού από τη νύχτα.

Έβαλε το βασιλόπουλο να κοιμηθεί, πέταξε μεμιάς από πάνω της το βατραχόδερμα, και ξανάγινε η Βασίλισσα η Παντογνώστρα. Βγήκε στον κόκκινο εξώστη, χτύπησε τις παλάμες της και φώναξε με δυνατή φωνή:

— Εχέεε, νταντάδες, παραμάνες μου! Βιαστείτε, συναχτείτε κι ανασκουμπωθείτε, και υφάνετέ μου, ως το πρωί, τέτοιο μεταξωτό κιλίμι, σαν εκείνο που χαιρόντουσαν τα ποδαράκια μου στο πατρικό μου σπίτι!

Σηκώνεται το πρωί ο Ιβάν, βλέπει τη βατραχίνα να βατραχοπηδάει στον κήπο και απλωμένο εκεί ένα χαλί, τόσο όμορφο και θαυμαστό, που ούτε το 'χε φανταστεί, ούτε ματαϊδεί, παρά μόνο στα παραμύθια το 'χε ακούσει! Κι είχε κεντημένη πάνω του χώρα ολόκληρη, με τις πόλεις και τα χωριά της, τα παλάτια και τα καμπαναριά της, τα δάση και τις κρήνες της, τα ποτάμια και τις λίμνες της. Χάρηκε ο Ιβάν, τύλιξε το κιλίμι και το πήγε στον πατέρα του, όπου βρήκε και τ' άλλα του αδέλφια.

Έφερε ο μεγαλύτερος το χαλί του, ο τσάρος του 'ριξε μια ματιά και είπε:

—Καλό είναι, κάνει για την είσοδο!

Παρουσιάζει και ο μεσαίος το χαλί του, ο τσάρος το κοίταξε, το ξανακοίταξε και είπε:

—Καλό είναι για να σκουπίζεις τα πόδια σου!

Ύστερα ξετύλιξε ο Ιβάν το κιλίμι της βατραχίνας κι όλοι έμειναν χωρίς φωνή. Το πήρε τσάρος, το κοίταξε και πρόσταξε:

—Στρώστε αυτό το κιλίμι μπροστά στο θρόνο μου!

Κι ύστερα τους είπε να 'ρθουν την άλλη μέρα με τις γυναίκες τους στη γιορτή που δίνει στο παλάτι. Και πάλι γυρνάει ο Ιβάν στο σπίτι του πικραμένος.

-Κοάξ, κοάξ! Ποια στεναχώρια σε βασανίζει, ποιος καημός σε τριβελίζει;

—Πώς να μην πικραίνομαι, να μη φαρμακώνομαι; Ο πατέρας μου πρόσταξε να πάμε στη γιορτή, μα πώς να σε δείξω στον κόσμο;

-Μη λυπάσαι και μην πικραίνεσαι, Ιβάν, μόνο πήγαινε μονάχος σου στη γιορτή κι εγώ θα 'ρθω υστερότερα. Σαν ακούσεις στο δρόμο αχό, να πεις: «Να, έρχεται με την αμαξά της η βατραχίνα μου!».

Πήγαν στη γιορτή τα μεγαλύτερα αδέλφια του με τις γυναίκες τους, χρυσοστολισμένες, φραμπαλοντυμένες, πλησίασαν τον Ιβάν και τον κορόιδεψαν:

—Πώς κι ήρθες χωρίς τη γυναικούλα σου; Θα φας και το δικό της φαγητό; Μα πού έψαξες

και βρήκες τέτοιαν ομορφιά; Όλους τους βάλτους αναποδογύρισες;

Ξαφνικά, ακούστηκε αχός μεγάλος από το δρόμο, που όλο το παλάτι έτριξε και οι καλεσμένοι τρόμαξαν. Τότε ο Ιβάν είπε:

-Μη φοβάστε, τιμημένοι καλεσμένοι, είναι η βατραχίνα μου, που έρχεται στην αμαξά της.

Κι έφτασε πετώντας στην αυλή του τσάρου μια ολόχρυση άμαξα, μ' έξι κάτασπρα άλογα ζεμένα. Και κατεβαίνει από την άμαξα η Βασίλισσα η Παντογνώστρα, τόσο όμορφη, που κανείς δεν είχε φανταστεί κι ούτε ματαδεί και μόνο στα παραμύθια είχε ακούσει! Έπιασε από το χέρι τον Ιβάν και μπήκε στην αίθουσα, που ήταν το τραπέζι από βελανιδιά με δαμασκί τραπεζομάντιλο.

Το 'ριξαν οι καλεσμένοι στο φαγοπότι και ήρθαν στο κέφι. Η Βασίλισσα η Παντογνώστρα ήπιε λίγο από την κούπα της και το υπόλοιπο το 'χυσε στο αριστερό της μανίκι. Έφαγε λίγο από το φασιανό και τα κόκαλα τα 'ριξε στο δεξί της μανίκι. Είδαν οι συννυφάδες της τι έκανε και κάνανε κι αυτές το ίδιο. Φάγανε, ήπιαν κι άρχισαν να χορεύουν. Πήρε τον Ιβάν η Βασίλισσα η Παντογνώστρα να χορέψουν. Τινάζει το αριστερό της χέρι και φανερώνεται μια ωραία λίμνη. Τινάζει το δεξί της και στη λίμνη άρχισαν να κολυμπάνε λευκοί κύκνοι. Θαύμασαν και ο τσάρος και οι ξένοι του. Είδαν οι συννυφάδες της, τινάζουν το αριστερό τους χέρι και τους κατάβρεξαν όλους. Τινάζουν το δεξί κι ένα κόκαλο... βρήκε τον τσάρο στο μάτι! Θύμωσε εκείνος και τις έδιωξε.

Ο Ιβάν, χωρίς να χάνει καιρό, πάει στο σπίτι του, βρίσκει το βατραχόδερμα και το ρίχνει στη φωτιά. Το μαθαίνει η Βασίλισσα η Παντογνώστρα και πάει να σκάσει από τη στεναχώρια της.

-Αχ, αχ, βασιλόπουλο Ιβάν! Τι έκανες; Αν περίμενες λίγο ακόμη θα 'μουνα για πάντα δική σου, μα τώρα γεια σου! Ψάξε να με βρεις. Θα γυρίσεις τριάντα πολιτείες και στη τριακοστή θα συναντήσεις τον Μάγο τον Απέθαντο.

Μεταμορφώθηκε σε άσπρο κύκνο και πέταξε από το παράθυρο.

Έκλαψε πικρά ο Ιβάν. Ύστερα πήγε στη μητέρα του και στον πατέρα του να πάρει την ευχή τους και κίνησε για πέρα, ώσπου φθάνει το μάτι. Και πάει και πάει —μακρύ δρόμο, κοντό δρόμο, λίγο, πολύ, ποιος ξέρει;— ώσπου ανταμώνει ένα γέροντα.

—Γεια και χαρά σου, καλό μου παλικάρι! Τι ζητάς και πού σε πάει ο δρόμος σου;

Του 'πε ο Ιβάν τα βάσανα του και ο γέροντας αναστέναξε.

-Αχ, αχ, Ιβάν, γιατί έριξες στη φωτιά το βατραχόδερμα; Δε της το 'δωσες εσύ για να της το πάρεις! Ο πατέρας της, ο βασιλιάς ο ξερόλας, την μεταμόρφωσε σε βατραχίνα για τρία χρόνια —και όπου να 'ναι τέλειωναν— επειδή ήταν πιο πολύξερη από αυτόνε. Άντε και θα σε βοηθήσω εγώ. Να, πάρε τούτο το κουβάρι, κι όπου κυλίσει τράβα κι εσύ με θάρρος.

Ευχαρίστησε ο Ιβάν τον γέροντα, κύλισε το κουβάρι και το πήρε το κατόπι. Σε λίγο, φτάνει σ' ένα ξέφωτο, βλέπει μιαν αρκούδα, κάνει να τη σαϊτέψει, μα την ακούει να μιλάει μ' ανθρώπινη φωνή και να λέει:

—Βασιλόπουλο Ιβάν, μη με σκοτώνεις, να χαρείς, μια μέρα θα με χρειαστείς.

Την άφησε να ζήσει, πάει παρακάτω και βλέπει ένα γλάρο. Τεντώνει το τόξο, κάνει να ρίξει το βέλος, μα ξαφνικά ο γλάρος μ' ανθρώπινη φωνή μιλάει και λέει:

—Μη με σκοτώνεις Ιβάν, να χαρείς, μια μέρα θα με χρειαστείς!

Τον αφήνει κι αυτόν, πάει παρακάτω και, να, ανταμώνει ένα λαγό αλλοίθωρο. Πάλι σηκώνει το τόξο ο Ιβάν, πάλι κάνει να τον σαϊτέψει, μα τον ακούει να λέει:

—Μη με σκοτώνεις Ιβάν, να χαρείς, μια μέρα θα με χρειαστείς!

Άντε, τον αφήνει κι αυτόν και πάει, φτάνει στην ακρογιαλιά και βλέπει μια παλαμίδα να σπαρταράει στην άμμο.

—Αχ Ιβάν, λυπήσου με, και ρίξε με πάλι στο νεράκι, να χαρείς! Μια μέρα θα με χρειαστείς!

Την έριξε στη θάλασσα κι άρχισε να βαδίζει στην ακρογιαλιά. Πολύ περπάτησε, λίγο περπάτησε, ποιος ξέρει; Και, να, κυλάει το κουβάρι και φτάνει σ' ένα μικρό καλύβι, που βρισκότανε κατάνακρα στην ακτή, στηριγμένο σε κοτίσια πόδια και στριφογύριζε ολοένα. Και λέει ο Ιβάν:

— Καλύβι, καλυβάκι μου, στάσου όπως είναι γραφτό απ' τα παλιά! Όπως σ' έφτιαξε ο μάστορης σου! Στη θάλασσα το παραθύρι σου, σε μένα την αυλή σου!

Γυρνάει το καλύβι με την πόρτα προς τον Ιβάν, μπαίνει εκείνος μέσα και τι να δει! Στο φούρνο, πάνω σε εννιά τούβλα, ξαπλωμένη η γριά Μάγισσα.

—Τι σ' έφερε ως εδώ, καλό μου παλικάρι;

—Θα σου 'πρεπε σαν ταξιδιώτη να με δεχτείς, να με βάλεις να λουστώ, να ξεκουραστώ κι ύστερα να φάω να χορτάσω, να πιω να ξεδιψάσω! Αυτά να γίνουν πρώτα κι απέ ό,τι θέλεις ρώτα!

Τον έβαλε και πλύθηκε, τον τάισε, τον πότισε και τότε το βασιλόπουλο της είπε πως ψάχνει να βρει τη γυναίκα του, την Βασίλισσα την Παντογνώστρα.

—Α, ξέρω, είπε η γριά Μάγισσα. Την πήρε σπίτι του ο Μάγος ο Απέθαντος. Δύσκολο να του την ξαναπάρεις. Μα για να γίνει αυτό, πρέπει να σου μαρτυρήσω πού βρίσκεται ο χαμός του. Λοιπόν, ο θάνατος του Μάγου του Απέθαντου βρίσκεται στη μύτη μιας βελόνας, η βελόνα μέσα σ' ένα αυγό, τ' αυγό σε μια πάπια, η πάπια μέσα στην κοιλιά ενός λαγού, ο λαγός σ' ένα σεντούκι και το σεντούκι πάνω σε ψηλή βελανιδιά, που τη φυλάει ο Μάγος σαν τα μάτια του.

Του 'πε η γριά Μάγισσα πού φυτρώνει αυτή η βελανιδιά. Ο Ιβάν έφτασε εκεί μα δεν ήξερε τι να κάνει για να φτάσει το σεντούκι. Την κούνησε, την ταρακούνησε, μα τίποτα, δεν έπεσε το σεντούκι. Ξαφνικά —από πού να ξετρύπωσε— να η αρκούδα, δίνει μια με την πλάτη της στη βελανιδιά, πέφτει το σεντούκι και γίνεται χίλια κομμάτια. Ξεπετάγεται ο λαγός και αρχίζει να τρέχει μ' όλη του τη δύναμη.

Κοιτάει ο Ιβάν και βλέπει τον αλλήθωρο λαγό να κυνηγάει τον πρώτο, να τον φτάνει, να του δίνει μια και να τον κόβει στα δυο. Βγήκε από το λαγό η πάπια κι άρχισε να πετάει τ' αψήλου. Το κατόπι της να κι ο γλάρος, τη φτάνει, της δίνει μια, την κάνει δυο κομμάτια, και, να, βγαίνει απ' την πάπια το αυγό και πέφτει ίσια στην γαλάζια θάλασσα! Τόσο στενοχωρήθηκε ο Ιβάν που έκλαψε με μαύρο δάκρυ.

Ξαφνικά, βγαίνει στην ακρογιαλιά η παλαμίδα κρατώντας στο στόμα της το αυγό. Το παίρνει ο Ιβάν και πάει στον Μάγο τον Απέθαντο. Μόλις είδε εκείνος το αυγό στα χέρια του άρχισε να τρέμει. Αμίλητος ο Ιβάν παίζει με το αυγό, πετώντας το από τη μιαν απαλάμη στην άλλη. Πετάει ο Ιβάν το αυγό, ανέβα-κατέβα, κι ο Μάγος διπλώνεται από τους πόνους. Κι όσο σφάδαζε ο Μάγος, τόσο χτυπιότανε στους τοίχους, σ' όλες τις μεριές, ώσπου ο Ιβάν βγάζει από το αυγό τη βελόνα, σπάει τη μύτη της κι έτσι πέθανε ο Μάγος ο Απέθαντος. Τότε παίρνει από κει ο Ιβάν τη Βασίλισσα την Παντογνώστρα, γυρνάνε μαζί στη χώρα τους και στο σπιτικό τους. Απ' τη χαρά του ο τσάρος έστησε πανηγύρι για όλον τον κόσμο. Και ζήσανε χρόνια πολλά κι ευτυχισμένα...


 

 


 

 

 

 

 

Ήταν ένας βασιλιάς,

βασιλιάς χοντρομπαλάς,

στην αυλή του είχε παλούκι

για να κάθονται κούκοι.

 

Τώρα ποιος το παραμύθι

- το κουκί και το ρεβίθι -

θα μπορέσει να μας πει

μια φορά απ' την αρχή;

 


* Ο ρώσος χαράκτης Ιβάν Γιάκοβλεβιτς Μπιλίμπιν (1876-1942) διέπρεψε στην εικονογράφηση βιβλίων και στη σκηνογραφία. Έχει δημιουργήσει δική του χαρακτηριστική τεχνοτροπία στην εικονογράφηση βιβλίων, που βασίζεται στο λεπτότατο στυλιζάρισμα των στοιχείων της λαϊκής και της μεσαιωνικής ρωσικής τέχνης (χρωμολιθογραφία, κέντημα, ξυλογραφία, μικρογραφία κλπ.). Τα έργα του, που διακρίνονται για την αυστηρή γραμμή, την επίπεδη φόρμα και τη διακοσμητική τους υφή, βρίσκονται πολύ κοντά στη μοντέρνα ζωγραφική. Η εικονογράφηση από τον Ι.Β. Μπιλίμπιν διαφόρων ρώσικων παραμυθιών και θρύλων ζωντανεύει το θαυμαστό κόσμο τον ρωσικού φολκλόρ.

Η μετάφραση και διασκευή αυτού του παραμυθιού έχει γίνει από τον Δημήτρη Ραβάνη-Ρεντή από τις εκδόσεις "Σύγχρονη Εποχή" στα μέσα της δεκαετίας του '80. Τα παραμύθια τα εντόπισα στη βιβλιοθήκη ενός μικρού ορεινού σχολείου το οποίο έχει πάψει να λειτουργεί εδώ και είκοσι χρόνια. Θεωρώ ότι είναι ένα πρώτης τάξεως ανάγνωσμα για τα παιδιά κάθε ηλικίας και θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για την ανάπτυξη ενός πολύ ενδιαφέροντος πρότζεκτ.


ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΟΥ ΣΑΪΤ

 Καθημερινή Διδακτική
[Η λειτουργία του Μονοθέσιου Σχολείου] [Η διδακτική των μαθημάτων στα ολιγοθέσια σχολεία] [Κατανομή του χρόνου στα ολιγοθέσια και μονοθέσια σχολεία] [Προγραμματισμός ευέλικτης ζώνης και ένταξη στο πρόγραμμα] [Η διατήρηση της Πειθαρχίας στην τάξη] [Υπολογισμός κανονικής προϋπηρεσίας] [Πρόγραμμα υπολογισμού προϋπηρεσίας ωρομισθίων] [Πρόγραμμα υπολογισμού κατανάλωσης υγρών καυσίμων]
 Αυτόνομες Ενότητες
[Πελοποννησιακός Πόλεμος:  Βραβευμένο Παιχνίδι] [Τουριστικός Οδηγός Ευρυτανίας] [Ναρκωτικά: Πρόληψη και αντιμετώπιση] [Αρχές Γλωσσολογίας] [Οι ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί] [Ο ρόλος της οικογένειας στην ανάπτυξη του παιδιού] [Πρώτες Βοήθειες] [Σχέδια Μαθημάτων για την προαγωγή της προστασίας των παιδιών] [Υπολογισμός Μορίων: Ποια σχολή να διαλέξω;] [Υπολογισμός Αναγνωσιμότητας Κειμένων]
 Επιστημονικά   Θέματα
[Διδασκαλία της Ελληνικής γλώσσας] [Διδακτική της Γλώσσας] [Πειράματα και διευκρινήσεις στα Φυσικά] [Διδακτική της Ιστορίας] [Οδηγίες για τη διδασκαλία της έκθεσης] [Οδηγός για τη σύνταξη ενός βασικού δοκιμίου] [Διδακτική των Φυσικών Επιστημών] [Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης] [Γίνετε ποιητές: Στοιχεία στιχουργικής] [Υπολογιστής Αναγνωσιμότητας Κειμένων[Συγκριτική Παιδαγωγική ] [Μια έρευνα πάνω στη γνωστική ανάπτυξη] [Ψυχολογία] [Ειδική Αγωγή] [Στασιμότητα και απόρριψη του μαθητή στο Δημοτικό Σχολείο] [Αλλαγές στην ταυτότητα του παιδιού και του εφήβου] [Εκπαίδευση και γνωστικές αλλαγές στη Μέση Παιδική Ηλικία] [Γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες στη γλωσσική ανάπτυξη] [Η υποχρεωτικότητα φοίτησης στο Νηπιαγωγείο ] [Διαφορές συμβατικής και εξ αποστάσεως εκπαίδευσης ] [Εκπαίδευση ενηλίκων: Προβλήματα και θεωρητικές απόψεις] [Αναζήτηση πληροφοριών στον παγκόσμιο ιστό] [Επιθετικότητα στο σχολείο] [Διαπολιτισμική Διάσταση στην Εκπαίδευση:  Η μελέτη περίπτωσης δύο δημοτικών σχολείων στην Σουηδία]
Ύλη για Διδασκαλεία & Εξετάσεις
[Εξεταστέα Ύλη  για τα Διδασκαλεία ] [Σημειώσεις Διδακτικής] [Σημειώσεις Ψυχολογίας] [Σημειώσεις Λογοτεχνίας ] [Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης] [Τι σημαίνει διαχείριση της Αλλαγής] [Η ψυχολογία των κινήτρων]
Ευέλικτη Ζώνη
[Θεωρητικό Υπόβαθρο] [Η Ευέλικτη Ζώνη στο Νηπιαγωγείο] [Τα προαιρετικά προγράμματα γενικά] [Σχέδιο Εργασίας:] [Φωτογραφία] [Σχέδιο Εργασίας: Ο μήνας Ιανουάριος] [Σχέδιο Εργασίας: "ΑΓΓΕΙΑ: Από το χτες στο σήμερα"] [Σχέδιο Εργασίας: Η δημιουργία των Εποχών του Έτους ] [Σχέδιο Εργασίας: Οι σεισμοί στον τόπο μου] [Μάθετε τον κώδικα Μορς] [5 ρώσικα παραμύθια σε εικονογράφηση Ιβάν Μπιλίμπιν]
Διάφορα τεστ κουίζ και παιχνίδια
[Παιχνίδια - Διάφορα Χρήσιμα- Τεστ Ευφυΐας και προσωπικότητας]