Αυτό το σάιτ χρησιμοποιεί Κώδικα Καταγραφής (ΚωK ή cookies)  κυρίως για προβολή διαφημίσεων της Google  - Μάθετε περισσότερα...

Επιμέλεια ιστοχώρου Διον.Κ.Παρούτσας


 
 

ΑρχικήΕπικοινωνία | Ταυτότητα | Πλοήγηση | Downloads

Ρώσικα Παραμύθια

σε εικονογράφηση του Ιβάν Μπιλίμπιν*


Τα δύο αδερφάκια | Η άσπρη πάπια | Το πουλί της φωτιάς | Το φτερό του σταυραϊτού | Μάρια Μόρεβνα | Η τσαρίνα - βατραχίνα


 

Το πουλί της φωτιάς

παραμύθι για τον τσάρεβιτς Ιβάν, το Πουλί της Φωτιάς και τον σταχτή λύκο

 

Ζούσε κάπου, κάποτε, σε κάποιο βασίλειο κάτω απ' τον ήλιο, ο τσάρος Ντεμιάν, που 'χε τρία παιδιά: τον Πιοτρ, τον Βασίλη και τον Ιβάν. Κι είχε ο τσάρος έναν κήπο, τόσο θαυμαστό, που καλύτερος δε βρίσκεται σε καμιά πολιτεία. Σ' αυτόν τον κήπο, λοιπόν, φύτρωναν λογιώ - λογιώ σπάνια λουλούδια και δέντρα κι ανάμεσα τους μια μηλιά που 'κάνε χρυσά μήλα. Ο τσάρος την περιποιότανε πολύ τη μηλιά και κάθε πρωί μέτραγε τους καρπούς της. Μια μέρα, κατάλαβε ο τσάρος πως κάποιος τρυπώνει τη νύχτα στον κήπο του. Έβλεπε το βράδυ τα μήλα να κρέμονται ώριμα - ώριμα και το πρωί άφαντα! Κανένας από τους φύλακες δεν μπορούσε ν' ανακαλύψει τον κλέφτη. Κάθε πρωί, ο τσάρος μετρούσε και ξαναμετρούσε τα μήλα της αγαπημένης του μηλιάς κι όλο λειψά. Από τη στενοχώρια του πήγαινε να σκάσει, ούτε να φάει, ούτε να πιει να ξεδιψάσει, ούτε ύπνο να χορτάσει. Ώσπου μια μέρα, είδε κι απόειδε, φωνάζει τα τρία βασιλόπουλα και τους λέει:

- Να τι τρέχει, αγαπημένα μου παιδιά! Όποιος καταφέρει να πιάσει τον κλέφτη του κήπου μου, θα 'χει το μισό μου βασίλειο όσο ζω και τ' άλλο μισό όταν πεθάνω.

Οι γιοι του συμφώνησαν και πρώτος κάθισε να φυλάξει ο Πιοτρ. Πήγε από δω, πήγε από κει στον κήπο, δεν είδε τίποτα, κι ύστερα ξάπλωσε στο μαλακό χορτάρι, κάτω από τη μηλιά - χρυσομηλιά και αποκοιμήθηκε. Και πάλι εξαφανίστηκαν τα μήλα.

Ο τσάρος το πρωί τον ρώτησε:

Έχεις καμιά χαρά να μου δώσεις, αγαπημένο μου παιδί; Μήπως είδες τον κλέφτη;

-Όχι, βασιλιά μου και πατέρα μου. Έμεινα άγρυπνος όλη τη νύχτα μα τίποτα δεν είδα.

Δεν μπορώ να καταλάβω πώς εξαφανίστηκαν τα μήλα.

Είδε ο τσάρος πως είναι άπιαστος ο κλέφτης και πικράθηκε ακόμη πιο πολύ. Την άλλη νύχτα πήγε να φυλάξει το βασιλόπουλο ο Βασίλης. Στέκει κάτω από τη μηλιά, κοιτάει εδώ, κοιτάει εκεί, πουθενά κλέφτης. Κι όταν έπεσε η νύχτα, τον πήρε ο ύπνος, και κοιμήθηκε τόσο βαθιά που τίποτα δεν άκουγε και δεν ένιωθε. Κι όσο για τα μήλα, άφαντα κι αυτή τη φορά. Το πρωί ο τσάρος τον ρώτησε:

Έχεις καμιά χαρά να μου δώσεις, καλό μου παιδί; Μήπως είδες τον κλέφτη; Όχι, βασιλιά μου και πατέρα μου! Φύλαξα σαν κέρβερος, δεν πήρα τα μάτια μου από πάνω της κι ούτε είδα, ούτε ξέρω πώς χάθηκαν τα μήλα!

Και πιο πολύ πικράθηκε ο τσάρος. Την τρίτη νύχτα πήγε να φυλάξει στον κήπο ο μικρότερος γιος, ο Ιβάν. Άρχισε να γυροφέρνει τη μηλιά-χρυσομηλιά. Φοβότανε και να καθίσει για να μην αποκοιμηθεί. Φύλαξε μια ώρα, φύλαξε δύο, φύλαξε τρεις. Τα μάτια του κλείνανε από τη νύστα. Πέρασε έτσι η μισή νύχτα-χαι ξαφνικά ένα φως φάνηκε από μακριά, και σε λίγο ήρθε ίσια απάνω του, που ο κήπος φωτίστηκε σα να 'ταν μέρα. Και να σου! Φάνηκε το Πουλί της Φωτιάς —που το λένε και Φοίνικα—, κάθισε πάνω στη μηλιά κι άρχισε να τσιμπολογάει τα χρυσόμηλα. Τινάχτηκε ο Ιβάν, στριφογύρισε, έκανε να αρπάξει το Πουλί της Φωτιάς, μα το 'πιάσε μόνο από την ουρά. Εκείνο φτεροκόπησε τόσο δυνατά, που δεν ήταν δυνατό να το κρατήσει ο Ιβάν. Έτσι, κατάφερε να πετάξει ο Φοίνικας, αφήνοντας στα χέρια του Ιβάν ένα πολύχρωμο φτερό απ' την ουρά του.

Μόλις ξύπνησε το πρωί ο τσάρος ρώτησε τι απόγινε. Ο Ιβάν του 'πε τα καθέκαστα και του 'δείξε και το φτερό από την ουρά του Πουλιού της Φωτιάς. Ο τσάρος χάρηκε που ο μικρότερος γιος του κατάφερε να τους φέρει έστω και μόνο το φτερό και άρχισε να βρίσκει την ησυχία του. Στο μεταξύ δεν ξαναφάνηκε το Πουλί της Φωτιάς στον κήπο κι ο τσάρος άρχισε να τρώει και να πίνει και ύπνο γλυκό να κοιμάται. Μα όσο κοίταζε το φτερό, τόσο τ' άρεσε, και το μυαλό του πήγαινε ολοένα στο Πουλί της Φωτιάς και σκέφτηκε να στείλει τους γιους του να το βρουν και να του το φέρουν. Τους κάλεσε κοντά του και τους είπε:

-Να τι τρέχει, αγαπημένα μου παιδιά! Πάρτε τα καλύτερα άτια, καλπάστε στον λεύτερο κόσμο, βρείτε το Πουλί της Φωτιάς και φέρτε το σε μένα, γιατί μπορεί να ξαναπετάξει στον κήπο μας να κλέψει τα χρυσά μήλα.

Οι μεγαλύτεροι γιοι του φίλησαν το χέρι του πατέρα τους και ετοιμάστηκαν για μακρινό δρόμο. Καβάλησαν τα περήφανα φαριά τους, ντύθηκαν στα χρυσοπλούμιστα άρματα τους και πήραν τους ατέλειωτους κάμπους, να βρουν το Πουλί της Φωτιάς. Επειδή ήταν ακόμη μικρός, ο τσάρος δεν άφησε τον Ιβάν να φύγει, μα εκείνος τόσο παρακάλεσε και παρακάλεσε, που ο τσάρος στο τέλος άλλαξε τη γνώμη. Καβάλησε ο Ιβάν το περήφανο φαρί άτι του και ξεκίνησε καλπάζοντας. Και πάει και πάει, λίγο, πολύ, ποιος ξέρει; Στο παραμύθι αστραπή, πιο δύσκολα όμως στη ζωή! Έφτασε τέλος σ' ένα τρίστρατο και σ' ένα πέτρινο στύλο είδε μιαν επιγραφή:

 

«Όποιος πάει ίσα μπρος

και χορτάτος και γερός.

 

Όποιος στα δεξιά του κάνει

ζει, μα τ' άλογο του χάνει.

 

Και αριστερά όποιος γέρνει,

ζει το άλογο, μ' αυτός πεθαίνει!».

 

Διάβασε ο Ιβάν αυτά τα λόγια, σκέφτηκε, σκέφτηκε και τέλος πήρε το στρατί δεξιά του, τουλάχιστο να ζήσει. Και πήγε και πήγε, μια μέρα, δυο και την τρίτη έφτασε σ' ένα πυκνό δάσος, ολοσκότεινο. Και ξαφνικά, από ένα θάμνο, βγαίνει ένας σταχτής λύκος και ρίχνεται στ' άλογο του. Χωρίς να χάνει καιρό ο Ιβάν, βγάζει το σπαθί του, αλλά ο λύκος πρόλαβε, έκοψε στα δύο τ' άλογο και ξανακρύφτηκε στις λόχμες.

Πικράθηκε ο Ιβάν, που 'μείνε χωρίς το άξιο άτι του και συνέχισε το δρόμο του με τα πόδια. Πέρασε μια μέρα, δυο και την τρίτη άρχισε να τον βασανίζει η πείνα. Πεθαμένος απ' την κούρα-ση, κάθισε στη ρίζα ενός δέντρου να ξαποστάσει, όταν ξάφνου, ποιος ξέρει από πού, φανερώνεται ο σταχτής λύκος και του λέει:

—Γιατί πικραίνεσαι, Ιβάν και σκύβεις το κεφάλι;

—Πώς να μην πικραίνομαι, σταχτόλυκε; Τι θα κάνω χωρίς τ' άλογο μου, που το κομμάτιασες;

—Μόνος σου διάλεξες αυτό το δρόμο, μην τα ρίχνεις σε μένα. Πες μου πού πας και τι γυρεύεις;

-Μ' έστειλε ο πατέρας μου, ο τσάρος, να βρω το Πουλί της Φωτιάς, που κλέβει τα χρυσόμηλά μας.

-Αμ, με το άλογο σου, στον αιώνα των αιώνων δε θα 'φτανες στο Πουλί της Φωτιάς. Μόνο εγώ ξέρω πού κουρνιάζει. Ανέβα καλύτερα στη ράχη μου, μα κρατήσου καλά! Σε αντάλλαγμα για το άλογο σου, θα μπω στη δούλεψη σου και θα σε υπηρετήσω πιστά και τίμια!

Καβάλησε ο Ιβάν στη ράχη του σταχτόλυκου, που άρχισε να τρέχει σαν την σκέψη! Μ' έναν πήδο, βουνά και κάμπους πίσω του αφήνει και με την ουρά του τα χνάρια του σβήνει. Λίγο κάλπασε, πολύ κάλπασε, ποιος ξέρει; Έφτασε μπροστά σ' έναν πέτρινο τοίχο, σταμάτησε και είπε:

-Λοιπόν Ιβάν, πήδα τον τοίχο! Πίσω του είναι ένας κήπος και εκεί θα βρεις το Πουλί της Φωτιάς μέσα σ' ένα χρυσό κλουβί. Είναι η ώρα που κοιμούνται όλοι και μπορείς να πάρεις το Πουλί της Φωτιάς, μα πρόσεξε μην αγγίξεις το κλουβί γιατί θα σε βρει μεγάλο κακό.

Άκουσε ο Ιβάν τον σταχτύ λύκο, πήδησε τον τοίχο και είδε στον κήπο το Πουλί της Φωτιάς στο χρυσό κλουβί του. Πήρε το πουλί κι έκανε να γυρίσει πίσω, μα σκέφτηκε: «Γιατί δεν παίρνω και το κλουβί, πού θα το βάλω το πουλί, στην τσέπη μου; Μ' αρέσει αυτό το κλουβί, είναι και αδαμαντοκόλλητο». Ξέχασε τι του 'πε ο σταχτής ο λύκος, πήρε το κλουβί, μα εκεί μέσα ήταν κρυμμένες χορδές και κουδούνια, και στη στιγμή ακούστηκε φασαρία κι αχός, γιατί άρχισαν να βροντάνε και να κουδουνίζουν όλα μαζί!

Ξύπνησαν οι φρουροί, τρέξανε στον κήπο, πιάσανε τον Ιβάν, του δέσανε τα χέρια και τον πήγανε μπροστά στο βασιλιά τους, τον Άμυαλο. Θύμωσε πολύ εκείνος κι έβαλε τις φωνές στον Ιβάν:

—Ποιος είσαι συ κι από πού έρχεσαι και ποιανού γιος είσαι και πώς σε λένε;

—Είμαι ο γιος του τσάρου του Ντεμιάν και με λένε Ιβάν. Το Πουλί της Φωτιάς πετάει και τρυπώνει στον κήπο μας και κλέβει τα αγαπημένα χρυσόμηλα του πατέρα μου. Μ' έστειλε λοιπόν να το πιάσω και να του το πάω...

—Αμ, εσύ βασιλόπουλο Ιβάν, θα 'πρεπε να 'ρθεις να μου γυρέψεις το Πουλί της Φωτιάς, και γω θα στο 'δινα από μοναχός μου ή θα σου ζήταγα και κάποιο αντάλλαγμα. Μα τώρα, εγώ θα στείλω τελάλη σ' όλη τη γη, σ' όλες τις πολιτείες και τους δρόμους, να μάθουν όλοι πως το βασιλόπουλο είναι κλέφτης. Αλλά, ό,τι έγινε, έγινε... Άκου, λοιπόν: Αν μου κάνεις μια εκδούλεψη, θα σου σχωρέσω το φταίξιμο σου και θα σου δώσω και το Πουλί της Φωτιάς με τη θέληση μου. Θα περάσεις τριάντα πολιτείες και στην τριακοστή θα βρεις και θα μου φέρεις το άλογο με τη χρυσή χαίτη,του βασιλιά Κούσμαν.

Έφυγε ο Ιβάν, πήγε και βρήκε το λύκο, του 'πε τι έγινε και τι του γύρεψε ο βασιλιάς ο Άμυαλος.

—Τ' είναι αυτά Ιβάν, γιατί δεν άκουσες την ορμήνια μου, παρά άρπαξες και το χρυσό κλουβί για να σε βρει συφορά; είπε ο λύκος.

—Είμαι φταίχτης απέναντι σου και συχώρεσε με, είπε ο Ιβάν.

- Τώρα, ό,τι έγινε, έγινε! Ανέβα στη ράχη μου, κρατήσου καλά και θα σε πάω όπου πρέπει.

Ανέβηκε ο Ιβάν στη ράχη του λύκου, που άρχισε να καλπάζει σαν τον αγέρα. Μ' έναν πήδο, βουνά και κάμπους πίσω του αφήνει και με την ουρά του τα χνάρια του σβήνει. Πόσο τρέξανε, λίγο, πολύ, ποιος ξέρει; Κάποτε φτάσανε στο βασίλειο του Κούσμαν. Στάθηκε ο λύκος μπροστά σ' έναν τοίχο, που πίσω του ήταν χτισμένοι οι στάβλοι με άσπρες πέτρες και είπε:

-Ξεπέζεψε Ιβάν, περνά τον τοίχο, πάρε το άλογο με τη χρυσή τη χαίτη, μα πρόσεξε μην αγγίξεις τα γκέμια, γιατί μεγάλο κακό θα σε ξαναβρεί.

Πέρασε τον τοίχο ο Ιβάν και μπήκε στον ασπροπετρινοχτισμένο στάβλο. Όλοι οι φρουροί κοιμόντουσαν, πήρε ο Ιβάν το άλογο με τη χρυσή τη χαίτη κι έκανε να φύγει, αλλά είδε κρεμασμένα στον τοίχο τα ολόχρυσα γκέμια. «Και πώς θα κουμαντάρω τ' άλογο χωρίς τα χαλινάρια; Πρέπει να τα πάρω κι αυτά!», σκέφτηκε ο Ιβάν. Δεν πρόλαβε καλά-καλά ν' αγγίξει τα χάμουρα και ξεσηκώθηκε αχός, που έτριζε όλος ο στάβλος, θαρρείς και γκρεμιζότανε. Ξυπνάνε οι σταυ-λίτες, τρέχουν, τον πιάνουν και τον πάνε στον τσάρο Κούσμαν.

—Ποιος είσαι συ, από ποια χώρα, ποιανού γιος και πώς σε λένε; Και πώς τόλμησες να κλέψεις τ' άλογο μου;

—Είμαι γιος του τσάρου του Ντεμιάν και με λένε Ιβάν.

—Αχ, αχ, τσάρεβιτς Ιβάν, είπε ο Κούσμαν. Είναι για παλικάρια τέτοιες δουλειές; Ας ερχόσουνα να μου ζητήσεις το άλογο με τη χρυσή τη χαίτη και θα στο 'δινα από μοναχός μου ή θα σου γύρευα κάποιο αντάλλαγμα. Τώρα, όμως, θα στείλω τελάληδες να διαλαλήσουν σ' όλες τις χώρες πως ο γιος του τσάρου είναι κλέφτης. Άσε, όμως, ό,τι έγινε, έγινε. Αν μου κάνεις μια δουλειά που θέλω, θα σου σχωρέσω το φταίξιμο και θα σου δώσω κι από πάνω τ' άλογο, μονάχος μου. Θα πας σε τριάντα χώρες, θα φτάσεις στο τριακοστό ρηγάτο και θα μου φέρεις την Ωραία Ελένη, τη θυγατέρα του βασιλιά Δαλματού. Φεύγει ο Ιβάν, βρίσκει το σταχτή το λύκο και του τα λέει όλα.

—Τι τρέχει με σένανε, Ιβάν, του 'πε ο λύκος. Δεν άκουσες και πάλι την ορμήνια μου. Τραβάω τόσα για να σε συντρέξω κι εσύ όλο συφορές!

-Φταίω και πάλι απέναντι σου, παραδέχτηκε ο Ιβάν. Συχώρεσέ με.

-Ό,τι έγινε, έγινε. Μια και μπήκαμε στο χορό, θα χορέψουμε! Ανέβα στη ράχη μου, κρατήσου καλά και πάμε να βρούμε την Ωραία Ελένη.

Ανέβηκε στη ράχη του ο Ιβάν και πέταξε σαν τον άνεμο ο λύκος. Μ' έναν πήδο, βουνά και κάμπους πίσω του αφήνει και με την ουρά του τα χνάρια του σβήνει. Φτάνουν στο ρηγάτο του βασιλιά του Δαλματού, στον κήπο του με τα χρυσά κάγκελα.

-Λοιπόν Ιβάν. Τώρα δε σ' αφήνω να μπεις στον κήπο, παρά το 'χω καλύτερα να πάω μονάχος μου να φέρω την Ωραία Ελένη. Κατέβα και περίμενε με κάτω από την πράσινη βελανιδιά.

Περιμένει ο λύκος να νυχτώσει, πηδάει τα κάγκελα και κρύβεται σ' ένα θάμνο. Κάθεται ως το πρωί αλλά δε βλέπει την Ωραία Ελένη. Περνάει η μέρα και μόνο σαν σουρούπωσε, τη βλέπει να βγαίνει από το παλάτι με τις παραμάνες της και τις αυλικές της. Καθώς σκύβει να κόψει ένα λουλουδάκι, περνάει ο λύκος κάτω από τα πόδια της, την παίρνει στη ράχη του, πηδάει τα κάγκελα, φτάνει στη βελανιδιά και λέει στον Ιβάν:

-Ανέβα γρήγορα με την Ωραία Ελένη στη ράχη μου, για να μη μας πιάσουν!

Παίρνει στην αγκαλιά του την Ωραία Ελένη ο Ιβάν, ανεβαίνουν στη ράχη του λύκου και πετάνε σαν τον άνεμο. Στο μεταξύ, οι παραμάνες και οι αυλικές τσιρίζανε, φωνάζανε, μιλάγανε όλες μαζί, και κανείς δεν καταλάβαινε τι έγινε. Όταν πια κατάλαβαν, τρέξανε όλοι οι κυνηγοί και τα κυνηγόσκυλα να πιάσουν το λύκο, μα αυτός ήταν πια μακριά και γύρισαν άπραχτοι στο παλάτι.

Η Ωραία Ελένη, που 'χε λιποθυμίσει, ανοίγει τα μάτια της και βλέπει πως την κρατάει στην αγκαλιά του ένα πανέμορφο παλικάρι. Ήταν τόσο σφιχταγκαλιασμένοι στη ράχη του λύκου, που τίποτα δεν μπορούσε να τους χωρίσει. Κι αγαπήθηκαν μεμιάς.

Όταν έφτασε ο σταχτής ο λύκος στο παλάτι του Κούσμαν, είδε τον Ιβάν που έκλαιγε.

—Τι σε πίκρανε, Ιβάν και για τί κλαις;

—Πώς να μην κλαίω, σταχτόλυκε. Αγάπησα την Ωραία Ελένη και πώς ν' αφήσω τέτοιαν ομορφιά;

Τι να κάνει ο λύκος, τους κοίταξε καλά-καλά και είπε:

—Σε υπηρέτησα μέχρι τώρα Ιβάν, ας σου κάνω τώρα κι αυτή τη χάρη, να μη σε χωρίσω από τέτοιαν ομορφιά. Θα μεταμορφωθώ εγώ σε Ωραία Ελένη, θα με πας στον τσάρο Κούσμαν, ύστερα θα πάρεις το άλογο με τη χρυσή χαίτη, θα το καβαλήσετε με την κοπελιά και θα το σκάσετε αμέσως. Εγώ θα σας φτάσω σε λίγο.

Τρεις τούμπες ο λύκος κάνει και μια πανέμορφη κοπέλα εφάνη!

Ο Ιβάν την παρουσίασε στον Κούσμαν κι αυτός του 'δοσε το χρυσό άλογο με τη χρυσή χαίτη και τα χαλινάρια από πάνω. Ανέβηκε ύστερα με την αληθινή Ελένη στο άλογο και κίνησαν για το παλάτι του Άμυαλου.

Όσο για τον τσάρο Κούσμαν, έστησε κιόλας τη γιορτή για τους γάμους. Άνοιξαν στο παλάτι τα μεγάλα δρύινα τραπέζια με λογιώ-λογιώ καλούδια και κρασιά μελίτες! Άδειασαν τις κούπες κι άρχισαν τα συχαρίκια. Κι έπρεπε τώρα ο Κούσμαν να φιλήσει τη νέα γυναίκα του. Έσκυψε αυτός να τη φιλήσει, αλλά αντί τα κοραλλένια χείλη της Ωραίας Ελένης, βρίσκει τη μουσούδα του λύκου! Τρόμαξε ο Κούσμαν, ούρλιαξε και πάνω στη φασαρία, βρίσκει ο λύκος ευκαιρία, βγαίνει από το παραθύρι κι άντε βρέστον στο τσαΐρι!

Πρόφτασε ο λύκος τον Ιβάν και την Ωραία Ελένη και τους λέει:

-Ανέβα εσύ στη ράχη μου Ιβάν κι άσε την πανέμορφη πριγκίπισσα στο άλογο με τη χρυσή τη χαίτη.

Έτσι έκανε ο Ιβάν, μα σαν φτάσανε στο παλάτι του βασιλιά του Άμυαλου, κόντεψε να σκάσει από τη στενοχώρια του.

-Ποια σκέψη σε τρώει Ιβάν;

-Πώς να μη με τρώει η σκέψη; Δύσκολο μου 'ρχεται να αποχωριστώ το άλογο και να το ανταλλάξω με το Πουλί της Φωτιάς. Μα αν δεν το κάνω, θα βγάλει τελάληδες να διαλαλήσουν σ' όλη τη γη πως είμαι κλέφτης.

-Μην πικραίνεσαι! Και πάλι εγώ θα σε συντρέξω. Θα μεταμορφωθώ σε άλογο με χρυσή χαίτη και θα με πας στο βασιλιά.

Έκανε πάλι τις τούμπες του ο λύκος, μεταμορφώθηκε σε άλογο με χρυσή χαίτη και ο Ιβάν το πήγε στον βασιλιά τον Άμυαλο. Εκείνος βγήκε να τον προϋπαντήσει, τον έπιασε με το δεξί του χέρι και τον έμπασε στο παλάτι. Είπε να τον φιλέψει, να φάει να πιει, μα ο Ιβάν βιαζότανε να γυρίσει στην Ωραία του. Του 'δωσε λοιπόν το Πουλί της Φωτιάς μαζί με το χρυσό κλουβί, φεύγει ο Ιβάν, ανεβαίνουν με την Ωραία Ελένη στο άλογο με τη χρυσή τη χαίτη, μαζί και το Πουλί της Φωτιάς και κινάνε για τη χώρα του.

Όσο για τον Άμυαλο, την άλλη μέρα παίρνει τ' άλογο με τη χρυσή τη χαίτη να το δοκιμάσει και καλπάζει στον ανοιχτό κάμπο. Μαζί με τους κυνηγούς του μπαίνουν στο δάσος για παγανιά, βάζουν τα δόκανα, στήνουνε καρτέρι και περιμένουν τα θεριά. Πάνω στην ώρα, να, μια αλεπού. Όλοι οι κυνηγοί ρίχτηκαν το κατόπι της μα αυτή ήταν πιο γρήγορη και δεν την πρόφτασαν. Μόνο ο Άμυαλος έτρεχε τόσο γρήγορα που ξεμάκρυνε από τους άλλους.

Κι όλοι ξαφνικά βλέπουν το άλογο του να σκουντουφλάει, να μεταμορφώνεται, κάτω από τα σκέλια του βασιλιά, σε λύκο και να το βάζει στα πόδια. Πέφτει φαρδύς-πλατύς ο βασιλιάς ο Άμυαλος και χτυπάει στη γη την κούτρα του και σπάει τα μούτρα του! Έτρεξαν οι αυλικοί ποιος να τον πρωτοσηκώσει, να τον πρωτοξεσκονίσει κι ύστερα ρίχτηκαν να κυνηγήσουν το λύκο, μα εκείνος τους έστελνε χαιρετίσματα!

Ο λύκος πρόφτασε τον Ιβάν, τον έβαλε στη ράχη του και σα σιμώσανε στο μέρος που είχαν πρωτοσυναντηθεί του είπε:

-Το λοιπόν Ιβάν, σ' αυτό το μέρος έκοψα στα δύο τ' άλογο σου, εδώ και σ' αφήνω. Δεν είμαι πια στη δούλεψη σου.

Ο Ιβάν έκανε τρεις υποκλίσεις, χαιρετούρες ως τη γη, μα ο λύκος είπε:

-Μη μ' αποχαιρετάς για πάντα, γιατί πάλι θα με χρειαστείς.

«Πώς θα σε ξαναχρειαστώ, —σκέφτηκε ο Ιβάν. Δε σε χρειάζομαι πια». Πήρε το κλουβί με το Πουλί της Φωτιάς, ανέβηκε με την Ωρα'ια Ελένη στ' άλογο με τη χρυσή τη χαίτη και δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν. Έφτασαν στη χώρα του, μα πριν να μπούνε μέσα, στάθηκαν και ξάπλωσαν να ξαποστάσουν. Καθώς κοιμόντουσαν βαθιά, πέρασαν από κει τ' άλλα τα δυο του αδέρφια. Είχαν πάει κι αυτοί εδώ κι εκεί να βρούνε το Πουλί της Φωτιάς, μα γύρναγαν στο πατρικό τους μ' άδεια χέρια. Είδαν τον αδελφό τους να κοιμάται παρέα με την Ωραία Ελένη, το Πουλί της Φωτιάς και τ' άλογο με τη χρυσή τη χαίτη και είπαν συναμετάξυ τους:

— Αρκετά μας ντρόπιασε ως τώρα μπροστά στον πατέρα μας. Εμείς δεν μπορέσαμε να παραφυλάξουμε το Πουλί της Φωτιάς, μα αυτός του άρπαξε ένα φτερό και του το πήγε. Και τώρα, κοίτα λάφυρα που φέρνει. Όλο μπροστά από μας θέλει να βγαίνει. Τώρα θα του δείξουμε κι εμείς!

Βγάλανε τα σπαθιά τους και κόψανε το κεφάλι του Ιβάν. -ξυπνάει και η Ελένη, βλέπει τον Iβάν νεκρό κι άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ. Τότε ο μεγαλύτερος, ο Πιοτρ, ακουμπάει τη μύτη του σπαθιού του στην καρδιά της και της λέει:

—Τώρα είσαι στα χέρια μας! Θα σε πάμε στον πατέρα μας και θα του πεις πως εμείς σ' αποχτήσαμε, το ίδιο και για το Πουλί της Φωτιάς και για τ' άλογο με τη χρυσή τη χα'ιτη! Αν δεν το κάνεις, αυτή τη στιγμή θα πεθάνεις!

Τρόμαξε η ωραία πριγκίπισσα και τους υποσχέθηκε πως θα κάνει ό,τι της πούνε. Τα δυο βασιλόπουλα ρίξανε κλήρο. Του Πιοτρ του 'πέσε η Ελένη, του Βασίλη τ' άλογο.

Κι ο Ιβάν, το βασιλόπουλο, τελειωμένος, στον κάμπο ξαπλωμένος, κι από πάνω του μια κορακοφαμίλια. Πού τον βρίσκεις, πού τον χάνεις, να και ο λύκος ο σταχτής, βλέπει τι γίνεται και στέκει στην άκρη περιμένοντας να πλησιάσουν τα κοράκια. Κατέβηκαν εκείνα και άρχισαν να τσιμπολογάνε τον Ιβάν, αλλά πετάγεται ο λύκος κι αρπάζει ένα κορακόπουλο. Τον βλέπει η κορακίνα και τον παρακαλάει ν' αφήσει το μικρό της.

—Καλά, λέει ο λύκος. Θα το αφήσω να φύγει, μα εσύ θα πετάξεις πάνω από τριάντα πολιτείες και στην τριακοστή θα βρεις και θα μου φέρεις το νερό του θανάτου, μα και το Αθάνατο νερό! Τότε θα σου δώσω το κορακόπουλο σου.

Πέταξε η κορακίνα και πάει και πάει, λίγο, πολύ, ποιος ξέρει; Τέλος γυρνάει με δυο μπουκαλάκια νερό: στο ένα του θανάτου, στο άλλο το Αθάνατο. Ο σταχτής ο λύκος κόβει στα δύο το κορακόπουλο, ύστερα το πιτσιλίζει με το νερό του θανάτου και ξανακολλάει, μετά με το Αθάνατο νερό και ζωντανεύει και πετάει στη μάνα του. Κάνει το ίδιο με τον Ιβάν κι εκείνος ξυπνάει, τρίβει τα μάτια του και λέει:

—Σα να παρακοιμήθηκα!

—Ναι Ιβάν! Και θα κοιμόσουνα τον αιώνιο, αν δεν ήμουνα εγώ. Μήπως δε σ' είχαν σφάξει τ' αδέλφια σου, οι ζηλιάρηδες και δε σου πήραν την Ελένη, τ' άλογο και το Πουλί της Φωτιάς;

Ανέβα τώρα πάλι στη ράχη μου, να πάμε στο πατρικό σου, γιατί ο αδελφός σου ο Πιοτρ παντρεύεται σήμερα τη δική σου αγαπημένη.

Ανέβηκε στο λύκο ο Ιβάν και κίνησαν για το παλάτι. Όταν φτάσανε στις πύλες της πρωτεύουσας, ο λύκος είπε:

—Το λοιπόν Ιβάν, τώρα σ' αποχαιρετώ για πάντα! Πήγαινε, βιάσου για το σπίτι σου!

Μπαίνει στην πόλη ο Ιβάν, πηγαίνει κατά το παλάτι και βλέπει κόσμο και κοσμάκη συναγμένο, στα γιορτινά ντυμένο. Τους ρώτησε το πώς και τι γιορτάζουν.

-Ο μεγάλος γιος του τσάρου παντρεύεται την Ωραία Ελένη.

Βιάστηκε και μπήκε στο παλάτι ο Ιβάν κι όλοι τον γνώρισαν και τρέξανε να φέρουν το μαντάτο στον πατέρα του, μα μπήκε και ο Ίδιος στη μεγάλη σάλα. Μόλις τον είδαν τ' αδέλφια του, κόντεψαν να πεθάνουν από το φόβο τους, και η Ελένη η πεντάμορφη χάρηκε, σηκώθηκε από το τραπέζι, έτρεξε στον Ιβάν τον έπιασε από το χέρι και είπε στον τσάρο:

-Να ποιος με πήρε και ποιανού γυναίκα είμαι! Και τα διηγήθηκε όλα χαρτί και καλαμάρι.

Αγανάκτησε τόσο ο τσάρος, που έδιωξε τους δυο μεγάλους γιους του από το παλάτι κι έκανε τον Ιβάν διάδοχο του. Χωρίς να χάνουν καιρό χορέψανε στους γάμους τους και στήσανε γλέντι γερό σ' όλον τον κόσμο. Και ζήσαν όσο ζήσανε, μα καλοζήσανε και ευτυχήσανε...

 


 

 

 

 

 

 

Ήταν ένας βασιλιάς,

βασιλιάς χοντρομπαλάς,

στην αυλή του είχε παλούκι

για να κάθονται κούκοι.

 

Τώρα ποιος το παραμύθι

- το κουκί και το ρεβίθι -

θα μπορέσει να μας πει

μια φορά απ' την αρχή;

 


* Ο ρώσος χαράκτης Ιβάν Γιάκοβλεβιτς Μπιλίμπιν (1876-1942) διέπρεψε στην εικονογράφηση βιβλίων και στη σκηνογραφία. Έχει δημιουργήσει δική του χαρακτηριστική τεχνοτροπία στην εικονογράφηση βιβλίων, που βασίζεται στο λεπτότατο στυλιζάρισμα των στοιχείων της λαϊκής και της μεσαιωνικής ρωσικής τέχνης (χρωμολιθογραφία, κέντημα, ξυλογραφία, μικρογραφία κλπ.). Τα έργα του, που διακρίνονται για την αυστηρή γραμμή, την επίπεδη φόρμα και τη διακοσμητική τους υφή, βρίσκονται πολύ κοντά στη μοντέρνα ζωγραφική. Η εικονογράφηση από τον Ι.Β. Μπιλίμπιν διαφόρων ρώσικων παραμυθιών και θρύλων ζωντανεύει το θαυμαστό κόσμο τον ρωσικού φολκλόρ.

Η μετάφραση και διασκευή αυτού του παραμυθιού έχει γίνει από τον Δημήτρη Ραβάνη-Ρεντή από τις εκδόσεις "Σύγχρονη Εποχή" στα μέσα της δεκαετίας του '80. Τα παραμύθια τα εντόπισα στη βιβλιοθήκη ενός μικρού ορεινού σχολείου το οποίο έχει πάψει να λειτουργεί εδώ και είκοσι χρόνια. Θεωρώ ότι είναι ένα πρώτης τάξεως ανάγνωσμα για τα παιδιά κάθε ηλικίας και θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για την ανάπτυξη ενός πολύ ενδιαφέροντος πρότζεκτ.


ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΟΥ ΣΑΪΤ

 Καθημερινή Διδακτική
[Η λειτουργία του Μονοθέσιου Σχολείου] [Η διδακτική των μαθημάτων στα ολιγοθέσια σχολεία] [Κατανομή του χρόνου στα ολιγοθέσια και μονοθέσια σχολεία] [Προγραμματισμός ευέλικτης ζώνης και ένταξη στο πρόγραμμα] [Η διατήρηση της Πειθαρχίας στην τάξη] [Υπολογισμός κανονικής προϋπηρεσίας] [Πρόγραμμα υπολογισμού προϋπηρεσίας ωρομισθίων] [Πρόγραμμα υπολογισμού κατανάλωσης υγρών καυσίμων]
 Αυτόνομες Ενότητες
[Πελοποννησιακός Πόλεμος:  Βραβευμένο Παιχνίδι] [Τουριστικός Οδηγός Ευρυτανίας] [Ναρκωτικά: Πρόληψη και αντιμετώπιση] [Αρχές Γλωσσολογίας] [Οι ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί] [Ο ρόλος της οικογένειας στην ανάπτυξη του παιδιού] [Πρώτες Βοήθειες] [Σχέδια Μαθημάτων για την προαγωγή της προστασίας των παιδιών] [Υπολογισμός Μορίων: Ποια σχολή να διαλέξω;] [Υπολογισμός Αναγνωσιμότητας Κειμένων]
 Επιστημονικά   Θέματα
[Διδασκαλία της Ελληνικής γλώσσας] [Διδακτική της Γλώσσας] [Πειράματα και διευκρινήσεις στα Φυσικά] [Διδακτική της Ιστορίας] [Οδηγίες για τη διδασκαλία της έκθεσης] [Οδηγός για τη σύνταξη ενός βασικού δοκιμίου] [Διδακτική των Φυσικών Επιστημών] [Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης] [Γίνετε ποιητές: Στοιχεία στιχουργικής] [Υπολογιστής Αναγνωσιμότητας Κειμένων[Συγκριτική Παιδαγωγική ] [Μια έρευνα πάνω στη γνωστική ανάπτυξη] [Ψυχολογία] [Ειδική Αγωγή] [Στασιμότητα και απόρριψη του μαθητή στο Δημοτικό Σχολείο] [Αλλαγές στην ταυτότητα του παιδιού και του εφήβου] [Εκπαίδευση και γνωστικές αλλαγές στη Μέση Παιδική Ηλικία] [Γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες στη γλωσσική ανάπτυξη] [Η υποχρεωτικότητα φοίτησης στο Νηπιαγωγείο ] [Διαφορές συμβατικής και εξ αποστάσεως εκπαίδευσης ] [Εκπαίδευση ενηλίκων: Προβλήματα και θεωρητικές απόψεις] [Αναζήτηση πληροφοριών στον παγκόσμιο ιστό] [Επιθετικότητα στο σχολείο] [Διαπολιτισμική Διάσταση στην Εκπαίδευση:  Η μελέτη περίπτωσης δύο δημοτικών σχολείων στην Σουηδία]
Ύλη για Διδασκαλεία & Εξετάσεις
[Εξεταστέα Ύλη  για τα Διδασκαλεία ] [Σημειώσεις Διδακτικής] [Σημειώσεις Ψυχολογίας] [Σημειώσεις Λογοτεχνίας ] [Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης] [Τι σημαίνει διαχείριση της Αλλαγής] [Η ψυχολογία των κινήτρων]
Ευέλικτη Ζώνη
[Θεωρητικό Υπόβαθρο] [Η Ευέλικτη Ζώνη στο Νηπιαγωγείο] [Τα προαιρετικά προγράμματα γενικά] [Σχέδιο Εργασίας:] [Φωτογραφία] [Σχέδιο Εργασίας: Ο μήνας Ιανουάριος] [Σχέδιο Εργασίας: "ΑΓΓΕΙΑ: Από το χτες στο σήμερα"] [Σχέδιο Εργασίας: Η δημιουργία των Εποχών του Έτους ] [Σχέδιο Εργασίας: Οι σεισμοί στον τόπο μου] [Μάθετε τον κώδικα Μορς] [5 ρώσικα παραμύθια σε εικονογράφηση Ιβάν Μπιλίμπιν]
Διάφορα τεστ κουίζ και παιχνίδια
[Παιχνίδια - Διάφορα Χρήσιμα- Τεστ Ευφυΐας και προσωπικότητας]